Popular Now
Επέκταση του καναλιού στην Αιγιάλεια, έργο του Δήμου

Αιγιάλεια: Παραίτηση Κανελλή από αναπτυξιακό Οργανισμό του Δήμου

Φωτογραφία της ολόμηλης των εθελοντικών ομάδων του Κέντρου Προλήψ…

Η ολομέλεια των εθελοντικών ομάδων του Κέντρου Πρόληψης Αχαΐας «Καλλίπολις» ΦΩΤΟ

Γραφικό με τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης GPO για την αυτοδυναμία…

Δημοσκόπηση: Αυτοδύναμη κυβέρνηση θέλουν οι πολίτες

Θέμις Μπάκας, φωτογραφία από το άρθρο «Η Ευρωπης ...»

«Η Ευρώπη μπροστά στην Ιστορία: Οι ηγέτες, οι μεγάλες αποφάσεις και η ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές»

Θέμης Μπάκας -Το μέλλον της Ευρώπης δεν θα καθοριστεί μόνο από εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις, αλλά και από τις πολιτικές επιλογές μέσα από τις οποίες οι πολίτες διαμορφώνουν την εκπροσώπησή τους.

Από τον Σουμάν και τον Αντενάουερ έως τον Μιτεράν και τον Κολ, η Ευρώπη οικοδομήθηκε μέσα από ιστορικούς συμβιβασμούς και αποφάσεις με ορίζοντα δεκαετιών. Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε πέντε κρίσιμα πολιτικά διλήμματα που θα καθορίσουν την οικονομία, την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και τη θέση της στον κόσμο. Ποιες αποφάσεις απαιτεί η εποχή μας και ποια είναι η ευθύνη της Ελλάδας;

Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια από τις σημαντικότερες καμπές της σύγχρονης ιστορίας της.

Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται, ο παγκόσμιος οικονομικός ανταγωνισμός εντείνεται, οι τεχνολογικές εξελίξεις αναδιαμορφώνουν την παραγωγή και την εργασία, ενώ η ασφάλεια της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι μεταβολές στις διατλαντικές σχέσεις, η οικονομική και τεχνολογική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, οι ενεργειακές προκλήσεις και οι πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες συνθέτουν μια πραγματικότητα που απαιτεί αποφάσεις με ορίζοντα δεκαετιών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Ευρώπη διαθέτει ηγέτες με όραμα.

Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιες αποφάσεις είναι διατεθειμένοι να λάβουν, ποιες προτεραιότητες θα επιλέξουν και ποιες συνέπειες θα έχουν οι επιλογές τους για εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες.

Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής του Οκτωβρίου 2026 ανέδειξε για ακόμη μία φορά το εύρος των ζητημάτων που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή ατζέντα: ανταγωνιστικότητα, άμυνα, Ουκρανία, ενεργειακή ασφάλεια και χρηματοδότηση των μελλοντικών ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων.

Οι διαφωνίες για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αποτυπώνουν μια βαθύτερη πολιτική πραγματικότητα. Τα κράτη-μέλη καλούνται να αποφασίσουν όχι μόνο πόσα χρήματα θα διαθέσουν, αλλά κυρίως ποια Ευρώπη επιθυμούν να οικοδομήσουν.

Για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτής της ιστορικής συγκυρίας, αξίζει να επιστρέψουμε στις στιγμές που καθόρισαν την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Όταν η Ευρώπη οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια του πολέμου

Το 1950, μόλις πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ευρώπη προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές της. Οι κοινωνίες είχαν βιώσει την καταστροφή, οι οικονομίες ανασυγκροτούνταν και η ιστορική αντιπαλότητα μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας εξακολουθούσε να καθορίζει τις πολιτικές ισορροπίες.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν παρουσίασε, στις 9 Μαΐου 1950, την πρόταση για κοινή διαχείριση της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα.
Δεν επρόκειτο απλώς για μια οικονομική συμφωνία. Ήταν μια πολιτική επιλογή που επιδίωκε να καταστήσει έναν νέο πόλεμο μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών πρακτικά αδύνατο.

Ο Κόνραντ Αντενάουερ, πρώτος καγκελάριος της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, υποστήριξε την ευρωπαϊκή συνεργασία και τη γαλλογερμανική συμφιλίωση, συμβάλλοντας στη θεμελίωση μιας νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Οι ηγέτες εκείνης της εποχής δεν αγνόησαν τα εθνικά συμφέροντα. Αναγνώρισαν, όμως, ότι η μακροπρόθεσμη ασφάλεια και ευημερία των χωρών τους μπορούσαν να εξυπηρετηθούν μέσα από κοινούς θεσμούς.

Το ιστορικό τους επίτευγμα δεν ήταν ότι κατάφεραν απλώς να συμφωνήσουν. Ήταν ότι μετέτρεψαν μια βαθιά ιστορική αντιπαλότητα σε θεσμική συνεργασία και κοινή προοπτική.
Μιτεράν, Κολ και Ντελόρ: Η πολιτική ηγεσία που επένδυσε στο μέλλον
Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, η Ευρώπη βρέθηκε μπροστά σε μια διαφορετική ιστορική πρόκληση. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η επανένωση της Γερμανίας και η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ αναδιαμόρφωσαν τον πολιτικό χάρτη της ηπείρου.

Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν και ο Γερμανός καγκελάριος Χέλμουτ Κολ διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης και στην πορεία προς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
Παράλληλα, ο Ζακ Ντελόρ, ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνέβαλε αποφασιστικά στην προώθηση της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής ενοποίησης, αναδεικνύοντας και την ανάγκη ενίσχυσης της κοινωνικής διάστασης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Οι αποφάσεις εκείνης της περιόδου δεν ήταν εύκολες ούτε απαλλαγμένες από αντιθέσεις. Είχαν, ωστόσο, ένα κοινό χαρακτηριστικό: εντάσσονταν σε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για τη θεσμική και οικονομική εξέλιξη της Ευρώπης.

Η πολιτική ηγεσία δεν περιορίστηκε στη διαχείριση των εξελίξεων. Επιχείρησε να διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξελισσόταν η Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες.
Αυτό αποτελεί και το ουσιαστικό δίδαγμα της ιστορικής σύγκρισης. Η πρόοδος της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν προϋπέθετε την απουσία διαφωνιών. Προϋπέθετε την ικανότητα υπέρβασής τους μέσα από πολιτικές αποφάσεις με μακροπρόθεσμο προσανατολισμό.
Πέντε αποφάσεις που θα καθορίσουν την Ευρώπη των επόμενων δεκαετιών

Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, μεγάλη ενιαία αγορά, σημαντικό επιστημονικό δυναμικό και παραγωγικές δυνατότητες. Αντιμετωπίζει, όμως, διαρθρωτικές αδυναμίες στην ανταγωνιστικότητα, στην κινητοποίηση επενδύσεων, στην ενεργειακή επάρκεια και στη γεωπολιτική της αυτονομία.
Οι προκλήσεις αυτές δεν αντιμετωπίζονται μόνο με πολιτικές διακηρύξεις. Απαιτούν συγκεκριμένες αποφάσεις, οι οποίες συνοδεύονται από πραγματικά οικονομικά

1. Κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις ή αποκλειστικά εθνική χρηματοδότηση;
Η έκθεση του Μάριο Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα ανέδειξε την ανάγκη για πρόσθετες ετήσιες επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, προκειμένου η Ευρώπη να αντιμετωπίσει το επενδυτικό της έλλειμμα.
Το ερώτημα είναι πώς θα χρηματοδοτηθούν αυτές οι ανάγκες.
Μια επιλογή είναι η μεγαλύτερη κινητοποίηση κοινών ευρωπαϊκών πόρων, ενδεχομένως και μέσω νέων κοινών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Μια διαφορετική προσέγγιση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στους εθνικούς προϋπολογισμούς, στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και στην ανακατανομή των ήδη διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων.
Η πρώτη προσέγγιση μπορεί να επιτρέψει επενδύσεις μεγαλύτερης κλίμακας και να περιορίσει τις αποκλίσεις μεταξύ οικονομικά ισχυρότερων και ασθενέστερων κρατών. Δημιουργεί, όμως, ερωτήματα για τη χρηματοδότηση, την κατανομή των υποχρεώσεων και τη δημοσιονομική λογοδοσία.
Η δεύτερη περιορίζει την ανάγκη πρόσθετων κοινών δεσμεύσεων, αλλά ενδέχεται να αφήσει μεγαλύτερο βάρος στα κράτη που διαθέτουν μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια.
Για τους πολίτες, το δίλημμα δεν είναι αφηρημένο.
Αφορά το αν θα πραγματοποιηθούν επενδύσεις σε υποδομές, ενέργεια, τεχνολογία και παραγωγικές δραστηριότητες, ποιες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν και πώς θα κατανεμηθεί το κόστος τους.
Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει όχι μόνο πόσο θα επενδύσει, αλλά και πώς θα μοιραστούν οι ευκαιρίες και οι υποχρεώσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
2. Ανταγωνιστικότητα με ποιο παραγωγικό και κοινωνικό μοντέλο;
Η ευρωπαϊκή οικονομία αντιμετωπίζει αυξημένο ανταγωνισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, ιδιαίτερα στους τομείς της τεχνολογίας, της ενέργειας και της βιομηχανίας. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί αναγνωρισμένη ευρωπαϊκή προτεραιότητα.
Ωστόσο, διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση σε διαφορετικά εργαλεία.
Η μία εστιάζει στην απλούστευση των κανονισμών, στη μείωση του διοικητικού κόστους και στη διευκόλυνση των ιδιωτικών επενδύσεων.
Η άλλη δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις δημόσιες επενδύσεις, στην ενεργητική βιομηχανική πολιτική, στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στην προστασία των εργαζομένων κατά την παραγωγική μετάβαση.
Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι απαραίτητα ασύμβατες, αλλά δημιουργούν διαφορετικές προτεραιότητες και επιλογές χρηματοδότησης. Η τεχνολογική ανάπτυξη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, αλλά τα οφέλη της δεν κατανέμονται αυτομάτως ισότιμα.
Η μετάβαση σε νέους παραγωγικούς τομείς μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα να απαιτήσει επανακατάρτιση εργαζομένων και αναδιάρθρωση παραδοσιακών δραστηριοτήτων.
Η πρόκληση δεν είναι μόνο να γίνει η Ευρώπη περισσότερο ανταγωνιστική. Είναι να προσδιορίσει πώς η αύξηση της παραγωγικότητας θα μεταφραστεί σε καλύτερες οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές.
3. Ευρωπαϊκή άμυνα: Περισσότερες δαπάνες ή αποτελεσματικότερη κοινή δράση;
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι μεταβολές στο διεθνές περιβάλλον έχουν επαναφέρει στο επίκεντρο την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναπτύξει πρωτοβουλίες για την κινητοποίηση πρόσθετων πόρων και την ενίσχυση της κοινής αμυντικής βιομηχανικής βάσης.
Το κρίσιμο πολιτικό δίλημμα δεν αφορά αποκλειστικά το ύψος των δαπανών. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθούν.
Θα συνεχίσουν τα κράτη-μέλη να προχωρούν κυρίως σε εθνικούς εξοπλιστικούς σχεδιασμούς ή θα ενισχυθούν οι κοινές προμήθειες, η διαλειτουργικότητα και η συνεργασία στην παραγωγή αμυντικών συστημάτων;
Η μεγαλύτερη εθνική αυτονομία επιτρέπει στις κυβερνήσεις να καθορίζουν τις δικές τους προτεραιότητες.
Η ενισχυμένη συνεργασία μπορεί να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας, να περιορίσει επικαλύψεις και να ενισχύσει κοινές δυνατότητες, αλλά απαιτεί συμφωνία σε στρατηγικά ζητήματα.
Παράλληλα, η αύξηση των αμυντικών δαπανών δημιουργεί ερωτήματα για τη σχέση τους με τις υπόλοιπες δημόσιες ανάγκες.
Για τους πολίτες, η ασφάλεια αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η αποτελεσματική διαχείριση των δημόσιων πόρων αποτελεί επίσης ζήτημα δημοκρατικής λογοδοσίας.
Η ευρωπαϊκή άμυνα χρειάζεται όχι μόνο περισσότερες δυνατότητες, αλλά και σαφή στρατηγική για τον τρόπο χρηματοδότησης, συντονισμού και αξιοποίησής τους.
4. Ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός: Ποιες ανάγκες θα προηγηθούν;
Ο πολυετής ευρωπαϊκός προϋπολογισμός για την περίοδο 2028-2034 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές διαπραγματεύσεις της περιόδου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παρουσιάσει πρόταση για ένα νέο δημοσιονομικό πλαίσιο που επιδιώκει να ανταποκριθεί σε αυξημένες ανάγκες ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας, συνοχής και διεθνούς παρουσίας.
Οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών αφορούν τόσο το συνολικό ύψος των δαπανών όσο και την κατανομή τους.
Η ενίσχυση των νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων δημιουργεί ερωτήματα για τη χρηματοδότηση παραδοσιακών ευρωπαϊκών πολιτικών, όπως η αγροτική πολιτική και η περιφερειακή συνοχή.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, οι επιλογές αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία.
Οι ευρωπαϊκοί πόροι επηρεάζουν τη χρηματοδότηση υποδομών, την περιφερειακή ανάπτυξη, τον πρωτογενή τομέα, την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις.
Η ανακατανομή τους μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες σε ορισμένους τομείς, αλλά και προκλήσεις προσαρμογής σε άλλους.
Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν είναι απλώς ένας πίνακας οικονομικών μεγεθών. Είναι η πρακτική αποτύπωση των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ένωσης.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν.
Είναι ποιοι θα ωφεληθούν, ποιες ανάγκες θα καλυφθούν και ποια αποτελέσματα θα μπορούν να αξιολογήσουν οι Ευρωπαίοι πολίτες.
5. Κοινωνική συνοχή: Μπορεί να υπάρξει ισχυρή Ευρώπη με οικονομικά ευάλωτους πολίτες;
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη.
Συνδέθηκε με την ειρήνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική προστασία, τα εργασιακά δικαιώματα και την προοπτική βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
Σήμερα, η ακρίβεια, το κόστος ενέργειας, οι στεγαστικές δυσκολίες και οι οικονομικές ανισότητες δημιουργούν σημαντικές πιέσεις σε πολλά ευρωπαϊκά νοικοκυριά, με διαφορετική ένταση από χώρα σε χώρα.
Το πολιτικό δίλημμα αφορά τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και στην κοινωνική προστασία.
Μια προσέγγιση δίνει προτεραιότητα στην αύξηση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων, θεωρώντας ότι αυτές θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για υψηλότερα εισοδήματα και περισσότερες ευκαιρίες.
Μια άλλη επιδιώκει να συνδυάσει εξαρχής την αναπτυξιακή πολιτική με ισχυρότερες κοινωνικές παρεμβάσεις, προστασία της εργασίας, πρόσβαση σε προσιτή κατοικία και ενίσχυση βασικών δημόσιων υπηρεσιών.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι πώς θα σχεδιαστούν πολιτικές που θα είναι ταυτόχρονα οικονομικά βιώσιμες και κοινωνικά αποτελεσματικές.
Η ανάπτυξη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι όλα τα νοικοκυριά θα δουν την οικονομική τους κατάσταση να βελτιώνεται στον ίδιο βαθμό.
Αντίστοιχα, οι κοινωνικές παρεμβάσεις χρειάζονται σταθερή χρηματοδότηση, αποτελεσματική εφαρμογή και αξιολόγηση.
Η οικονομική ισχύς και η κοινωνική συνοχή δεν αποτελούν αντίθετους στόχους. Η πρόκληση είναι να διαμορφωθούν πολιτικές που θα επιτρέπουν την αμοιβαία ενίσχυσή τους.
Η ελληνική ευθύνη: Αντιληφθήκαμε ποτέ την πραγματική σημασία των Ευρωεκλογών;
Στην αναζήτηση των ευθυνών για την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλουμε να στρέψουμε το βλέμμα και στη δική μας χώρα. Γιατί η συζήτηση για την ποιότητα της ευρωπαϊκής ηγεσίας δεν μπορεί να εξαντλείται στις αποφάσεις των Βρυξελλών.
Ξεκινά και από τον τρόπο με τον οποίο κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή της στο κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Για πολλά χρόνια, στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, οι Ευρωεκλογές αντιμετωπίστηκαν συχνά περισσότερο ως αναμέτρηση εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών και λιγότερο ως διαδικασία ανάδειξης εκπροσώπων με ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση ευρωπαϊκών πολιτικών.
Σαν να επρόκειτο για εκλογές μικρότερης σημασίας. Σαν οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο να μην επηρέαζαν άμεσα το μέλλον της χώρας μας.
Κι όμως, οι Ευρωεκλογές, παρότι δεν αναδεικνύουν εθνική κυβέρνηση, αποτελούν εκλογές μείζονος πολιτικής σημασίας.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει στη νομοθετική διαδικασία μαζί με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασκεί δημοσιονομικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών.
Οι αποφάσεις στις οποίες συμμετέχει επηρεάζουν κρίσιμους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής: την ενέργεια, την αγροτική παραγωγή, την προστασία των καταναλωτών, την ψηφιακή οικονομία, το περιβάλλον και τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτικές προτεραιότητες.
Ας αναρωτηθεί, λοιπόν, ο καθένας μας, ανεξάρτητα από τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκει, με ποια πραγματικά κριτήρια επέλεξε το πρόσωπο που θα τον εκπροσωπούσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Ήταν μια συνειδητή πολιτική επιλογή, βασισμένη στις γνώσεις, στην εμπειρία, στις ικανότητες και στις θέσεις του υποψηφίου;
Γνωρίζαμε τι μπορούσε να προσφέρει στην Ευρώπη;
Ποια ζητήματα είχε μελετήσει;
Ποιες πολιτικές θα μπορούσε να υποστηρίξει;
Τι θα μπορούσε να διεκδικήσει για τη χώρα μας μέσα από τις ευρωπαϊκές διαδικασίες;
Ή μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιλογή επηρεάστηκε περισσότερο από την τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα, τη δημοσιότητα, την προσωπική συμπάθεια, την επικοινωνιακή παρουσία, μια θερμή χειραψία ή μια μεγάλη αγκαλιά;
Η αναγνωρισιμότητα δεν αποκλείει την πολιτική επάρκεια, όπως και η απουσία δημοσιότητας δεν την εγγυάται.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν αξιολογήσαμε τους υποψηφίους με πολιτικά κριτήρια και με γνώμονα την αποστολή που θα αναλάμβαναν.
Και αυτό το ερώτημα δεν αφορά ένα συγκεκριμένο κόμμα ή έναν πολιτικό χώρο. Αφορά συνολικά την πολιτική μας κουλτούρα. Γιατί η εκπροσώπηση της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είναι ένας τιμητικός τίτλος. Είναι μια θέση με θεσμικές αρμοδιότητες, απαιτήσεις, ευθύνες και δυνατότητες παρέμβασης.
Οι ευρωβουλευτές καλούνται να συμμετέχουν στη διαμόρφωση νομοθεσίας, να εργαστούν σε κοινοβουλευτικές επιτροπές, να διαπραγματευτούν, να οικοδομήσουν συνεργασίες και να υποστηρίξουν τεκμηριωμένες πολιτικές θέσεις μέσα σε ένα σύνθετο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Δεν αρκεί να είναι κάποιος γνωστός στην Ελλάδα. Το κρίσιμο είναι τι γνωρίζει, τι μπορεί να κάνει και πόσο αποτελεσματικά μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι πολίτες.
Η ευθύνη, ασφαλώς, δεν ανήκει μόνο στους ψηφοφόρους. Ανήκει και στα πολιτικά κόμματα, τα οποία επιλέγουν τους υποψηφίους τους και καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το περιεχόμενο της δημόσιας συζήτησης γύρω από τις Ευρωεκλογές.
Ανήκει, επίσης, στην εθνική πολιτική ηγεσία, η οποία συμμετέχει στη διαμόρφωση ευρωπαϊκών αποφάσεων μέσα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όταν η ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετωπίζεται κυρίως ως προέκταση της εσωτερικής κομματικής αντιπαράθεσης, υπάρχει ο κίνδυνος να υποβαθμίζεται η συζήτηση για τις πραγματικές ευρωπαϊκές αρμοδιότητες και τις στρατηγικές επιλογές.
Και σήμερα, που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ιστορικές αποφάσεις για την οικονομία, την άμυνα, την ενέργεια, την τεχνολογία και τη θέση της στον κόσμο, αυτή η διάσταση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ίσως το σημαντικότερο λάθος μας ήταν ότι δεν αντιληφθήκαμε εγκαίρως πως οι Ευρωεκλογές δεν είναι μια εκλογική διαδικασία μικρότερης σημασίας. Είναι μια ουσιαστική επιλογή για το ποιοι θα συμμετέχουν στη διαμόρφωση αποφάσεων που επηρεάζουν και το δικό μας μέλλον.
Και αν μέχρι σήμερα αυτή η πραγματικότητα δεν είχε γίνει πλήρως αντιληπτή, οι εξελίξεις των επόμενων ετών είναι πιθανό να την καταστήσουν πολύ πιο ορατή.
Γιατί οι ευρωπαϊκές αποφάσεις δεν μένουν στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο.
Επηρεάζουν την οικονομία, τις επιχειρήσεις, την εργασία και την καθημερινότητα των πολιτών σε κάθε κράτος-μέλος.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιους ηγέτες διαθέτει η Ευρώπη. Είναι και με ποια κριτήρια επιλέγουμε εμείς εκείνους που στέλνουμε να μας εκπροσωπήσουν.
Και αυτή είναι μια ευθύνη που δεν μπορούμε να μεταθέτουμε αποκλειστικά στους άλλους.

Από το ευρωπαϊκό όραμα στις πολιτικές αποφάσεις

Η ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δείχνει ότι σημαντικές αλλαγές προέκυψαν συχνά μέσα από περιόδους κρίσεων, αβεβαιότητας και έντονων πολιτικών διαφωνιών. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε κρίση οδηγεί αυτομάτως σε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Οι αποφάσεις απαιτούν πολιτική βούληση, θεσμική προετοιμασία, δημοκρατική νομιμοποίηση και την ικανότητα διαμόρφωσης μακροπρόθεσμων συνεργασιών.
Οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη εθνικής λογοδοσίας και στην ευθύνη για το συλλογικό μέλλον της Ένωσης.

Δεν πρόκειται για εύκολη αποστολή.

Οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί και οι πολιτικές διαφωνίες είναι πραγματικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων.
Ακριβώς γι’ αυτό, η ποιότητα της ηγεσίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο πολιτικές συμφωνίες που επιλύουν τις εκκρεμότητες του παρόντος.
Χρειάζεται αποφάσεις που θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για οικονομική ανθεκτικότητα, ασφάλεια, κοινωνική συνοχή και μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης στις διεθνείς εξελίξεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να αναζητηθούν εύκολες απαντήσεις ή να αποδοθούν όλες οι δυσκολίες σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Το ζητούμενο είναι να αξιολογηθούν οι πολιτικές επιλογές με βάση τα αποτελέσματά τους.
Ποιες επενδύσεις πραγματοποιήθηκαν;
Ποιες νέες δυνατότητες δημιουργήθηκαν;
Πώς επηρεάστηκε η οικονομική ασφάλεια των πολιτών;
Ποιες ανισότητες περιορίστηκαν και ποιες εξακολουθούν να υφίστανται;
Πόσο ενισχύθηκε η δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει τις διεθνείς εξελίξεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα μέσα από τα οποία μπορεί να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής ηγεσίας.

Το μέλλον της Ευρώπης θα κριθεί από

τις αποφάσεις του παρόντος

Ο Σουμάν και ο Αντενάουερ συνέβαλαν στη δημιουργία μιας Ευρώπης που θα απέτρεπε την επιστροφή στον πόλεμο. Ο Μιτεράν, ο Κολ και ο Ντελόρ συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας βαθύτερα ενοποιημένης Ευρώπης.
Οι σημερινοί ηγέτες καλούνται να προσδιορίσουν ποια Ευρώπη θα παραδώσουν στις επόμενες γενιές.
Μια Ευρώπη με μεγαλύτερη παραγωγική και τεχνολογική αυτονομία;
Μια Ευρώπη με ισχυρότερες κοινές δυνατότητες ασφάλειας;
Μια Ευρώπη που θα μπορεί να συνδυάζει την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή;
Μια Ευρώπη που θα συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των διεθνών εξελίξεων;
Οι απαντήσεις δεν θα δοθούν μόνο μέσα από τις πολιτικές δηλώσεις.
Θα δοθούν μέσα από τις αποφάσεις για τις επενδύσεις, τη χρηματοδότηση, την παραγωγή, την εργασία, την άμυνα και τις κοινωνικές προτεραιότητες.
Και οι Ευρωπαίοι πολίτες καλούνται, από τη δική τους πλευρά, να αντιληφθούν ότι η ευρωπαϊκή εκπροσώπηση και η συμμετοχή στις δημοκρατικές διαδικασίες δεν αποτελούν δευτερεύουσα πολιτική υπόθεση.
Γιατί το μέλλον της Ευρώπης δεν θα καθοριστεί μόνο από εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις, αλλά και από τις πολιτικές επιλογές μέσα από τις οποίες οι πολίτες διαμορφώνουν την εκπροσώπησή τους.
Το πραγματικό ιστορικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διαχειριστεί τις κρίσεις που αντιμετωπίζει.
Είναι αν διαθέτει τη συλλογική πολιτική βούληση να διαμορφώσει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για τη θέση της στον κόσμο.
Γιατί η Ιστορία δεν θα αξιολογήσει τη σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία μόνο από τις συμφωνίες που πέτυχε στις Συνόδους Κορυφής, αλλά από την Ευρώπη που οι αποφάσεις της θα αφήσουν πίσω τους.
Και αυτή η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους ηγέτες.
Ανήκει και στις κοινωνίες που τους αναδεικνύουν, στους πολίτες που επιλέγουν τους εκπροσώπους τους και στις γενιές που θα ζήσουν με τις συνέπειες των σημερινών αποφάσεων.

Θέμης Μπάκας

πολιτευτής Αχαΐας.

Ακολουθήστε μας στις προτιμώμενες πηγές της Google:

Follow us on Google

Add a comment
Ζωντανά Σχόλια Πάρτε μέρος στη συζήτηση — το σχόλιό σας ελέγχεται άμεσα από AI (Ελληνικά & Αγγλικά).
Προστασία AI

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Από το Δίκτυο