Από τη Γαλλία και την Αλβανία μέχρι την Ισπανία και το Βέλγιο, οι κοινωνίες αντιδρούν, διαδηλώνουν, διεκδικούν. Πίσω από τις κινητοποιήσεις βρίσκεται η αγωνία για το παρόν και το μέλλον, η δυσαρέσκεια απέναντι σε όσα βιώνουν καθημερινά οι άνθρωποι, η ανάγκη να ακουστεί η φωνή τους. Διαδηλώνει ο φοιτητής, ο άστεγος, ο μικρομεσαίος που δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα.
Πιθανώς και ο μετανάστης που είτε νόμιμα είτε όχι βρίσκεται στην Ευρώπη και αντικρίζει μια κοινωνία σε αναβρασμό όμοιο με αυτό που άφησε πίσω του. Εν μέσω ενός ευρωπαϊκού οικοδομήματος που δεν ακούει τα παιδιά του, έχει την αφελή εντύπωση πως θα περιθάλψει εκείνον. Μάταια από ότι φαίνεται. Οι ευρωπαικές δημοκρατίες δεν φαντάζουν πια ως «η Γη της Επαγγελίας» για της «Γης τους κολασμένους».
Μια κοινωνία ωστόσο που αντιδρά είναι μια κοινωνία ζωντανή. Μια κοινωνία που αρνείται να αποδεχτεί παθητικά την πραγματικότητα, που δεν παραιτείται από το δικαίωμα να διεκδικεί μια διαφορετική προοπτική. Η λαϊκή κινητοποίηση αποτελεί στοιχείο κοινωνικής εγρήγορσης και όχι ένδειξη παρακμής. Το ζητούμενο βέβαια είναι που αυτή οδηγεί και με ποιο προσανατολισμό. Είτε αφορά την στέγαση είτε το βιοτικό επίπεδο είτε την ποιότητα σπουδών και τα εκπαιδευτικά προγράμματα.
Όλα αυτά όμως, δεν δικαιολογούν τη βία. Η βία δεν αποτελεί πολιτική πρόταση ούτε μέσο κοινωνικής χειραφέτησης. Είναι στοιχείο βαρβαρότητας και οπισθοδρόμησης, που ακυρώνει τη δύναμη της συλλογικής διεκδίκησης. Η κοινωνική αντίδραση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν εκφράζεται μέσα από τη μαζική, οργανωμένη και συνειδητή δράση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος θα εκφράσει αυτή την ανάγκη για αλλαγή. Γιατί η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μπορεί να εγκλωβίζεται ανάμεσα στην εκτόνωση της οργής και στην αδράνεια των παραδοσιακών μηχανισμών εκπροσώπησης.
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα των δεινοσαυρικών ηγεσιών του συνδικαλιστικού κινήματοςκαι εν Ελλάδι φυσικά. Ηγεσίες που παραμένουν επί δεκαετίες στις θέσεις τους, με ανεπαρκή κοινωνική παρουσία, απομακρυσμένες από τις αγωνίες και τις ανάγκες των εργαζομένων. Ηγεσίες του συμβιβασμού και της απραξίας, που αδυνατούν να εμπνεύσουν και να κινητοποιήσουν.
Η κοινωνία αναζητά μια νέα αρχή. Ένα εργατικό και φοιτητικό κίνημα ζωντανό, μαχητικό και ουσιαστικά παρόν, που δεν θα διαχειρίζεται απλώς τη δυσαρέσκεια, αλλά θα οργανώνει τη διεκδίκηση. Ένα κίνημα που θα στηρίζεται στους ίδιους τους εργαζομένους, τους φοιτητές και τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους και όχι στη διαιώνιση των ίδιων προσώπων στις ίδιες θέσεις.
Η κοινωνία δείχνει ότι δεν έχει παραιτηθεί. Το ερώτημα είναι αν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες θα ακούσουν το μήνυμα ή αν θα συνεχίσουν να στέκονται εμπόδιο στην ανανέωση που απαιτούν οι καιροί.
Διονύσης Γ. Γράψας
Ιστορικός.









