Δύο αδέλφια-γάτες, ο Gary και ο Shaggy, βοήθησαν τους επιστήμονες να κάνουν μια σημαντική γενετική ανακάλυψη.
Τα δύο ζώα, που ξεχώριζαν από μικρά για τα ασυνήθιστα μακριά άκρα τους, αποτέλεσαν τις πρώτες οικόσιτες γάτες στις οποίες επιβεβαιώθηκε σε μοριακό επίπεδο το σύνδρομο Marfan, μια κληρονομική διαταραχή του συνδετικού ιστού που είναι γνωστή κυρίως από τις περιπτώσεις της στον άνθρωπο.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Cornell στις ΗΠΑ και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports στις 14 Οκτωβρίου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη σχετική ανακοίνωση.
Τα ευρήματα που οδήγησαν στη διάγνωση
Καθώς οι δύο γάτες μεγάλωναν, οι κτηνίατροι εντόπισαν και άλλα χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν στο σύνδρομο Marfan: ανωμαλίες στους οφθαλμικούς φακούς και διάταση της αορτής, της κύριας αρτηρίας που μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στο υπόλοιπο σώμα.
Τα ευρήματα αυτά έδωσαν στους ερευνητές τις πρώτες ισχυρές ενδείξεις για την ύπαρξη της διαταραχής.
Η ανάλυση του DNA αποκάλυψε αλλοιώσεις στο γονίδιο FBN1, το οποίο περιέχει τις οδηγίες για την παραγωγή της φιμπριλλίνης-1, μιας πρωτεΐνης απαραίτητης για τη σωστή δομή και λειτουργία του συνδετικού ιστού.
Ο ιστός αυτός στηρίζει και συνδέει διαφορετικά μέρη του σώματος, από τα οστά και τους συνδέσμους μέχρι τα αιμοφόρα αγγεία και τα μάτια.
Το πιο ασυνήθιστο εύρημα ήταν ότι και οι δύο γάτες έφεραν δύο τροποποιημένα αντίγραφα του γονιδίου, ένα από κάθε γονέα. Στους ανθρώπους, το σύνδρομο Marfan συνδέεται συνήθως με μεταβολή σε ένα μόνο αντίγραφο του FBN1.
Η παρουσία δύο αλλοιωμένων αντιγράφων θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ σοβαρότερη διαταραχή.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη γενετική παραλλαγή δεν απενεργοποιούσε πλήρως το γονίδιο.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζονταν οι γενετικές οδηγίες, επιτρέποντας παράλληλα την παραγωγή μικρής ποσότητας φυσιολογικού RNA. Αυτό ενδέχεται να εξηγεί γιατί οι δύο γάτες κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι την ενηλικίωση.
Τι σημαίνει η ανακάλυψη για την επιστήμη
Η σημασία της μελέτης δεν περιορίζεται στη διάγνωση μιας σπάνιας πάθησης σε δύο ζώα. Η λεπτομερής γενετική ανάλυση προσφέρει ένα νέο μοντέλο για τη μελέτη του συνδρόμου Marfan και των μηχανισμών που καθορίζουν τη βαρύτητά του.
Παράλληλα, τα ευρήματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους κτηνιάτρους να αναγνωρίζουν παρόμοια περιστατικά και να αναπτύξουν στο μέλλον εξειδικευμένες γενετικές εξετάσεις.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τη σημασία της συγκριτικής γενετικής, δηλαδή της μελέτης κοινών βιολογικών μηχανισμών μεταξύ διαφορετικών ειδών, για την καλύτερη κατανόηση κληρονομικών ασθενειών.









