Η σχέση της Ελλάδας με τη γη, την αγροτική παραγωγή και την αξιοποίηση του φυσικού της πλούτου βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας ευρύτερης συζήτησης για το μέλλον της χώρας. Σε μια εποχή κατά την οποία η βιωσιμότητα, η κυκλική οικονομία, η διαχείριση των φυσικών πόρων και η τεχνολογία αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την παραγωγή, η Γεωπονία καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της και να συνδεθεί ακόμη περισσότερο με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Πανεπιστήμιο Πατρών και η Σχολή Γεωπονικών Επιστημών αποτελούν έναν χώρο όπου η επιστημονική γνώση συναντά την ανάγκη για μια νέα προσέγγιση στην αγροτική ανάπτυξη. Η εκπαίδευση, η έρευνα, η επαφή με τη φύση και η αξιοποίηση των σύγχρονων εργαλείων διαμορφώνουν ένα πεδίο με ιδιαίτερη σημασία για το αύριο του πρωτογενούς τομέα.
Με αφορμή όλα αυτά, το PatrasPress συνομίλησε με τη Μαρία Παπαδάκη, Κοσμήτορα της Σχολής Γεωπονικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών, σε μια συζήτηση για τη Γεωπονία, τους νέους επιστήμονες, την αγροτική παραγωγή, τη βιωσιμότητα και τις προκλήσεις που φέρνει η νέα εποχή.

Η σχέση της με τη γη δεν ξεκίνησε μέσα σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο ούτε σε κάποιο εργαστήριο. Ξεκίνησε στην Κρήτη, σε ένα ορεινό χωριό, όπου η αγροτική παραγωγή αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας και η καλλιέργεια της γης ήταν κομμάτι της ζωής. Εκεί, όπως λέει η ίδια, μεγάλωσε με «την αγάπη για τη γη, για την καλλιέργεια». Χρόνια αργότερα, έχοντας διανύσει μια σημαντική ακαδημαϊκή και ερευνητική διαδρομή σε Ελλάδα και εξωτερικό, η Μαρία Παπαδάκη βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο Πατρών, ως Κοσμήτορας της Σχολής Γεωπονικών Επιστημών και μέλος ΔΕΠ του Τμήματος Γεωπονίας, έχοντας παράλληλα διδακτικές και ερευνητικές υποχρεώσεις.
Η διαδρομή της, πάντως, δεν ήταν εξαρχής γεωπονική. Σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ολοκλήρωσε και το διδακτορικό της, συνέχισε με μεταδιδακτορική έρευνα στο Imperial College του Λονδίνου και στο Ινστιτούτο Χημικής Μηχανικής στη Βαρκελώνη και στη συνέχεια εργάστηκε ως μέλος ΔΕΠ στο Πανεπιστήμιο του Leeds. Το 2005 επέστρεψε στην Ελλάδα, αρχικά στο Αγρίνιο, στο τότε Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ενώ η πορεία της την έφερε στη συνέχεια στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πατρών.
Από το 2019, όταν ανέλαβε για πρώτη φορά διοικητικό ρόλο στον χώρο της Γεωπονίας, μέχρι σήμερα, η παρουσία της συνδέεται στενά με την ακαδημαϊκή και διοικητική λειτουργία της Σχολής. Η ίδια μιλά με ιδιαίτερη θέρμη για τη Γεωπονία, όχι μόνο ως επιστημονικό πεδίο αλλά και ως αντικείμενο που συνδέεται άμεσα με την κοινωνία, το περιβάλλον και την παραγωγή. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την αξιοποίηση γεωργικών υπολειμμάτων και αποβλήτων, την κυκλική οικονομία, την αειφορία, τη διαχείριση και οικονομία του νερού, αλλά και την ασφάλεια στον χώρο της γεωργίας.
«Η επαγγελματική αποκατάσταση δεν είναι η καρδιά της παιδείας»
Ένα από τα ζητήματα στα οποία στέκεται ιδιαίτερα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα την ανώτατη εκπαίδευση. Όπως λέει, η εκπαίδευση δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην παραγωγή δεξιοτήτων και στην επαγγελματική αποκατάσταση.
«Για μένα η παιδεία είναι κάτι ευρύτερο», σημειώνει, εξηγώντας ότι η επαγγελματική αποκατάσταση αποτελεί ένα κομμάτι της, αλλά όχι την «καρδιά» της. Και από αυτή τη θέση περνά στο ζήτημα της αγροτικής παραγωγής, υποστηρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται να επενδύσει ξανά στον πρωτογενή τομέα.
«Πιστεύω ότι η χώρα χρειάζεται να γυρίσει ξανά στην αγροτική παραγωγή, να αναπτύξει τον πρωτογενή τομέα και αυτό να μην γίνει με λογιστικούς υπολογισμούς, αλλά να υπάρξει ένα ευρύτερο όραμα, κάτι μεγαλύτερο», αναφέρει. Για την ίδια, η αυτάρκεια, η ενέργεια, η παγκοσμιοποίηση και οι αλληλεξαρτήσεις που δημιουργούνται σε παγκόσμιο επίπεδο καθιστούν τον πρωτογενή τομέα ζήτημα που ξεπερνά τα στενά όρια μιας επαγγελματικής δραστηριότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και τον ρόλο του γεωπόνου. Δεν αρκεί, όπως λέει, να υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων. Χρειάζεται ο επιστημονικός λόγος να έχει ουσία και να στηρίζεται σε ισχυρό επιστημονικό υπόβαθρο.

Η τεχνητή νοημοσύνη στη Γεωπονία
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο της και στη γεωπονία, όμως η Μαρία Παπαδάκη εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτική απέναντι στην άκριτη χρήση της.
Αναγνωρίζει ότι μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, κυρίως επειδή έχει τη δυνατότητα να διαχειρίζεται τεράστιους όγκους δεδομένων πολύ γρήγορα. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι τι είδους δεδομένα τροφοδοτούν τα συστήματα.
«Για να αξιοποιήσεις κάποια δεδομένα και να πάρεις αποφάσεις πρέπει αυτά τα δεδομένα να είναι αξιόπιστα και επαρκή», τονίζει, ενώ χρησιμοποιεί μια χαρακτηριστική παρομοίωση: «Αν ξεκινήσω με άσχημο αλεύρι, χαλασμένα αυγά και ξινισμένο γάλα, ό,τι εργαλεία και να χρησιμοποιήσω δεν θα έχω ένα νόστιμο κέικ».
Η ανησυχία της, όπως την περιγράφει, αφορά ακριβώς την τάση να χρησιμοποιείται η τεχνητή νοημοσύνη για τη λήψη συμπερασμάτων χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλιστεί η ποιότητα και η επάρκεια των δεδομένων. Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι απαιτείται αυτοσυγκράτηση, ακόμη και όταν το εργαλείο μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμο στην επιστημονική έρευνα.

Οι φοιτητές και η επαφή με τη φύση
Μιλώντας για τους φοιτητές της Γεωπονίας, η Μαρία Παπαδάκη δεν θεωρεί ότι υπάρχει μια ενιαία εικόνα. Βλέπει νέους ανθρώπους που ενθουσιάζονται, δουλεύουν και εξελίσσονται, αλλά και φοιτητές που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «πατάνε γερά στο έδαφος με έναν τρόπο που η νεολαία δεν πρέπει να πατάει τόσο».
Στη δεύτερη αυτή περίπτωση συνδέει το ζήτημα και με την περιορισμένη επαφή των παιδιών με τη φύση. «Η Γεωπονία είναι φύση», λέει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η απομάκρυνση από το φυσικό περιβάλλον αποτελεί ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν μιλάμε για νέους ανθρώπους που επιλέγουν να σπουδάσουν τη συγκεκριμένη επιστήμη.
Παράλληλα, αναφέρεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στις δυσκολίες που, κατά την προσωπική της άποψη, μεταφέρονται από το σχολείο στο πανεπιστήμιο. Θεωρεί ότι οι μαθητές συχνά φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς το απαραίτητο υπόβαθρο, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στις εμπειρίες που μπορούν να αποκτήσουν οι φοιτητές μέσα από τις ανταλλαγές Erasmus, καθώς, όπως λέει, «ανοίγουν τις προοπτικές των παιδιών και το μυαλό τους και τον οραματισμό τους».

Η στήριξη του Πανεπιστημίου και της τοπικής κοινωνίας
Η συζήτηση επιστρέφει τελικά στο ίδιο το Πανεπιστήμιο Πατρών και στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών. Η Μαρία Παπαδάκη μιλά με θετικά λόγια για τη στήριξη που έχει λάβει η Σχολή από το Πανεπιστήμιο, αναφερόμενη στη λειτουργία της, στις υποδομές και στις δυνατότητες που προσφέρονται στους φοιτητές.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις εγκαταστάσεις της Σχολής και του campus: στις φοιτητικές εστίες με 49 δωμάτια, στο εστιατόριο, στη βιβλιοθήκη και στους χώρους καλλιεργειών. Παράλληλα, επισημαίνει τη συμβολή τοπικών επιχειρήσεων, όπως το Οινοποιείο Σωτηρίου, το Ελαιουργείο Αντωνόπουλου και η επιχείρηση Σκαρόγκας, που έχουν στηρίξει τη Σχολή.
Για τη Μαρία Παπαδάκη, η Γεωπονία είναι τελικά ένας χώρος όπου συναντώνται η επιστήμη, η παραγωγή, το περιβάλλον και η κοινωνία. Από την Κρήτη των παιδικών της χρόνων και την πρώτη επαφή με τη γη, μέχρι τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού και τη σημερινή της θέση στο Πανεπιστήμιο Πατρών, η διαδρομή της έχει ως κοινό σημείο μια σταθερή πεποίθηση: ότι η γνώση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν μπορεί να συνδεθεί με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και με ένα ευρύτερο όραμα για το μέλλον.









