Νέα πίεση σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και παραγωγούς προκαλεί η συνεχιζόμενη άνοδος του κόστους των καυσίμων, με την αγορά να βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων.
Στην Αχαΐα, οι εκπρόσωποι της οικονομίας, των πρατηριούχων, της εστίασης και του πρωτογενούς τομέα περιγράφουν μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση, προειδοποιώντας ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομική δραστηριότητα.
Τα στοιχεία του επίσημου Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων καταγράφουν την ανοδική πορεία των τιμών μέσα στον Σεπτέμβριο.
Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων έφτασε στις 24 Σεπτεμβρίου τα 2,440 ευρώ το λίτρο, ενώ η μέση τιμή του diesel κίνησης στις 23 Σεπτεμβρίου διαμορφωνόταν στα 2,230 ευρώ το λίτρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για παρεμβάσεις στη φορολογία των καυσίμων και ειδικότερα στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης επανέρχεται δυναμικά.
«Πρέπει να γίνει μείωση φόρων και εισφορών»

Ο Στέλιος Τζιβγινίδης, Πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Δυτικής Ελλάδας και Βορειοδυτικής Πελοποννήσου, περιγράφει στο Patrapress μια κατάσταση όπου η ακρίβεια δεν περιορίζεται στα καύσιμα, αλλά επεκτείνεται στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες και στη στέγαση.
Όπως σημειώνει, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης αύξησης, αλλά ένας συνολικός σχεδιασμός για τις κρίσεις που έρχονται από το εξωτερικό. Επισημαίνει ότι οι έκτακτες ενισχύσεις μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, όμως, κατά την άποψή του, δεν επαρκούν από μόνες τους.
Ο ίδιος θέτει στο τραπέζι τη μείωση φόρων και εισφορών, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Παράλληλα, ζητά ουσιαστικές παρεμβάσεις στο κόστος της ενέργειας, τόσο για τη θέρμανση όσο και για τις μετακινήσεις, αλλά και παρεμβάσεις στο κόστος στέγασης και στις τιμές των βασικών αγαθών.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη Δυτική Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι τα χαμηλότερα διαθέσιμα εισοδήματα και η μικρότερη αγοραστική δύναμη κάνουν την περιοχή περισσότερο ευάλωτη στις ανατιμήσεις.
«Η ανάπτυξη αποκτά αξία μόνο όταν μειώνει τις ανισότητες, ενισχύει την αγοραστική δύναμη και δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας», είναι το βασικό μήνυμα που μεταφέρει, ενώ υπογραμμίζει την ανάγκη για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ώστε η χώρα να είναι προετοιμασμένη και για την επόμενη διεθνή κρίση.
Νέα αύξηση στη βενζίνη – «Πάνω πηγαίνει»

Ο Αλέξης Παπαγιανόπουλος, Πρόεδρος των Βενζινοπωλών Αχαΐας, μεταφέρει στο Patrapress την εικόνα των νέων αυξήσεων.
Όπως ανέφερε, οι πρατηριούχοι έχουν ήδη ενημερωθεί για σημαντικές ανατιμήσεις, ενώ εκτίμησε ότι η τιμή της βενζίνης μπορεί να φτάσει τα 2,20 ευρώ το λίτρο.
Το χαρακτηριστικό της σημερινής αγοράς, όπως το περιγράφει, είναι η αβεβαιότητα. «Δεν υπάρχει» σαφής εικόνα για το πού μπορεί να σταματήσει η άνοδος, σημειώνει, με το μόνο δεδομένο αυτή τη στιγμή να είναι ότι «πάνω πηγαίνει».
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει ακόμη περισσότερο την πίεση στους καταναλωτές, αλλά και στους επαγγελματίες που εξαρτώνται καθημερινά από το αυτοκίνητο και τις μεταφορές.
«Έχουμε φτάσει στο όριο αντοχής του καταναλωτή»

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που μεταφέρει στο Patrapress για την εστίαση ο Τάκης Μαθαιόπουλος, Πρόεδρος του ΣΚΕΑΝΑ.
Η επιστροφή των φοιτητών και των Πατρινών στο κέντρο της πόλης έχει αυξήσει την κίνηση, ωστόσο, όπως εξηγεί, οι συνεχείς αυξήσεις στην ενέργεια και στα λειτουργικά κόστη δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις.
«Έχουμε φτάσει στο όριο αντοχής του καταναλωτή», τονίζει, περιγράφοντας το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις: από τη μία πλευρά, η αύξηση των τιμών και, από την άλλη, ο κίνδυνος μείωσης του τζίρου.
Όπως εξηγεί, αν οι επιχειρήσεις δεν αυξήσουν τις τιμές, κινδυνεύουν να παράγουν ζημιές και χρέη. Αν όμως προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να περιοριστεί ακόμη περισσότερο η πελατεία.
«Αν δεν αυξήσουμε τις τιμές, θα παράγουμε χρέη. Αν αυξήσουμε τις τιμές κι άλλο, δεν θα έχουμε δουλειά», είναι το χαρακτηριστικό δίλημμα που περιγράφει.
Ο Πρόεδρος του ΣΚΕΑΝΑ προειδοποιεί παράλληλα για έναν δύσκολο χειμώνα, καθώς το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί για τις επιχειρήσεις εστίασης ιδιαίτερα μεγάλη επιβάρυνση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μια επιχείρηση εστίασης μπορεί να καταναλώνει χιλιάδες κιλοβατώρες τον μήνα, με αποτέλεσμα μια σημαντική μεταβολή στην τιμή του ρεύματος να μεταφράζεται σε εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες ευρώ επιπλέον κόστος.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και τον καφέ, εκτιμώντας ότι οι αυξημένες μεταφορικές δαπάνες μπορούν να ακυρώσουν τις προσδοκίες για αποκλιμάκωση των τιμών.
Παράλληλα, θέτει ως βασικό αίτημα του κλάδου την επιστροφή του ΦΠΑ στους καφέδες και στους χυμούς στο 13%, ενώ ζητά περιορισμό του ενεργειακού κόστους και φορολογικές ελαφρύνσεις.
«Δεν μπορούμε να αντέξουμε το βάρος των εξόδων»

Ακόμη πιο δύσκολη περιγράφεται η κατάσταση στον πρωτογενή τομέα.
Η Άννα Παπαζαφείρη, Πρόεδρος των Αγρροτοκτηνοτρόφων Δυτικής Αχαΐας, επισημαίνει στο Patrapress ότι το κόστος παραγωγής έχει φτάσει σε επίπεδα που, όπως λέει, οι παραγωγοί δεν μπορούν πλέον να αντέξουν.
«Δεν μπορούμε να αντέξουμε το βάρος των εξόδων που υπάρχουν αυτή τη στιγμή ώστε να μπορέσουμε να παράγουμε», αναφέρει, εξηγώντας ότι το αυξημένο κόστος επηρεάζει σπορές, καλλιέργειες και συνολικά την παραγωγική διαδικασία.
Η αύξηση στην τιμή του πετρελαίου, όπως σημειώνει, δημιουργεί μια αλυσιδωτή αντίδραση που τελικά φτάνει μέχρι το ράφι. Η ίδια αναφέρεται στα προβλήματα που έχουν καταγραφεί σε προϊόντα όπως η πατάτα, το καρπούζι και τα αμπέλια, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για την πορεία του πρωτογενούς τομέα.
«Θα μείνουν πάρα πολύ λίγοι στον πρωτογενή τομέα», προειδοποιεί, υπογραμμίζοντας ότι οι παραγωγοί χρειάζονται ουσιαστικές αποφάσεις και στήριξη.
Από την αντλία στο ράφι – ο κίνδυνος του ντόμινο
Οι τέσσερις παρεμβάσεις συγκλίνουν σε ένα κοινό σημείο: η αύξηση των καυσίμων δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο κόστος.
Περνά στις μεταφορές, στην ενέργεια των επιχειρήσεων, στην παραγωγή, στις υπηρεσίες και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Για τον καταναλωτή, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη δαπάνη για τη μετακίνησή του, αλλά ταυτόχρονα υψηλότερο κόστος σε προϊόντα και υπηρεσίες. Για την επιχείρηση, σημαίνει αυξημένα λειτουργικά έξοδα και περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης των αυξήσεων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το ερώτημα εάν και με ποιον τρόπο θα υπάρξει παρέμβαση στο φορολογικό βάρος των καυσίμων, με τον ΕΦΚ να αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία της συζήτησης.
Η αγορά παραμένει σε αναμονή, ενώ οι επαγγελματίες της Αχαΐας περιγράφουν μια οικονομία που λειτουργεί με ολοένα μικρότερα περιθώρια.
Από τον πρατηριούχο μέχρι τον εστιάτορα και από τον κτηνοτρόφο μέχρι το νοικοκυριό, η αύξηση του κόστους ενέργειας φαίνεται να δημιουργεί μια αλυσίδα πιέσεων.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα κοστίζει το λίτρο της βενζίνης στην αντλία, αλλά πόσο μακριά θα φτάσει το κύμα των ανατιμήσεων και ποιος τελικά θα κληθεί να το πληρώσει.








