Η υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, που έχει προκαλέσει πανελλήνιο ενδιαφέρον και βρίσκεται στο μικροσκόπιο των Αρχών, ανοίγει παράλληλα μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται οι ιδιωτικές υγειονομικές δομές, για το τι επιτρέπεται να διαφημίζεται ως ιατρική υπηρεσία και, κυρίως, για το ποιος παρεμβαίνει όταν μια πράξη ξεφεύγει από το πλαίσιο της ειδικότητας ή της άδειας ενός χώρου.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το ιδιωτικό ιατρείο στο Κολωνάκι, όπου ο δημοφιλής τραγουδιστής υπέστη ανακοπή και αργότερα κατέληξε.
Κατά τον έλεγχο εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, ενώ η έρευνα εξετάζει τις συνθήκες λειτουργίας του χώρου και την ακριβή ακολουθία των γεγονότων.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη στο συγκεκριμένο ιατρείο. Είναι αν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί ώστε τέτοιες πρακτικές να ελέγχονται πριν φτάσουμε σε ένα τραγικό περιστατικό.
Η Πάτρα και το «καμπανάκι» για την πλασμαφαίρεση

Η πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών, Άννα Μαστοράκου, μιλώντας για το ζήτημα στο Patrapress ξεκαθαρίζει ότι στην Πάτρα δεν λειτουργεί ιδιωτική μονάδα πλασμαφαίρεσης.
Όπως εξηγεί, ο Ιατρικός Σύλλογος διαθέτει διαφορετικά επίπεδα ελέγχου αναφορικά με τη λειτουργία των ιατρείων, ενώ έχει δημιουργήσει και επιτροπή εποπτείας αισθητικών επεμβάσεων, στην οποία συμμετέχουν δερματολόγοι και πλαστικοί χειρουργοί.
Η ίδια σημειώνει ότι, μετά από επικοινωνία με την αρμόδια επιτροπή, δεν υπάρχει αναφορά για μηχάνημα πλασμαφαίρεσης στην περιοχή της Πάτρας.
Παράλληλα, η κ. Μαστοράκου επισημαίνει μια κρίσιμη διάκριση που έχει ιδιαίτερη σημασία στη δημόσια συζήτηση: άλλο η πλασμαφαίρεση και άλλο το PRP, δηλαδή η θεραπεία με πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια.
Το PRP, όπως εξηγεί, είναι διαφορετική διαδικασία, κατά την οποία λαμβάνεται αίμα από τον ασθενή, γίνεται επεξεργασία και στη συνέχεια χρησιμοποιείται το υλικό με τοπική έγχυση. Μπορεί να εφαρμόζεται σε διαφορετικές ιατρικές ειδικότητες και, σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί διαφορετική και σαφώς απλούστερη διαδικασία.
Η πλασμαφαίρεση, αντίθετα, είναι διαφορετικού επιπέδου ιατρική πράξη και απαιτεί συνθήκες ασφάλειας και υποστήριξης που δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μια απλή πράξη ενός συνηθισμένου ιατρείου.
Στην υπόθεση της Αθήνας, οι έρευνες έχουν στραφεί ακριβώς στο αν ο συγκεκριμένος χώρος είχε την απαιτούμενη άδεια και τις προϋποθέσεις για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Το μεγάλο κενό: Ποιος ελέγχει τι διαφημίζεται;

Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις σημαντικότερες πτυχές που αναδεικνύονται από τις δηλώσεις των γιατρών της Αχαΐας.
Η παθολόγος του νοσοκομείου «Αγιος Ανδρέας» Βιβή Λουκοπούλου επισημαίνει στο Patrapress ότι ο Ιατρικός Σύλλογος δεν μπορεί να πραγματοποιεί αυθαίρετους ελέγχους στα ιατρεία των γιατρών. Όπως εξηγεί, για να κινηθεί η διαδικασία ελέγχου απαιτείται καταγγελία.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια, εντοπίζεται ιδιαίτερα στον έλεγχο της ιατρικής διαφήμισης, κυρίως στο διαδίκτυο.
Ένας γιατρός μπορεί να προβάλλει μια υπηρεσία ή μια θεραπεία και το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτό που διαφημίζει βρίσκεται πράγματι μέσα στο αντικείμενο της ειδικότητάς του.
Η κ. Λουκοπούλου κάνει λόγο για ένα «κενό» στη διαδικτυακή διαφήμιση και υποστηρίζει ότι χρειάζεται αποτελεσματικότερος μηχανισμός ελέγχου.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν, όπως σημειώνει, ιατρικές πράξεις οικειοποιούνται και επαγγελματίες που δεν είναι γιατροί.
Το διαδίκτυο έχει αλλάξει δραματικά τον τρόπο με τον οποίο ο πολίτης αναζητά υπηρεσίες υγείας. Θεραπείες παρουσιάζονται συχνά με εντυπωσιακούς όρους, ενώ ο ασθενής δεν είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει εάν πρόκειται για επιστημονικά τεκμηριωμένη θεραπεία, για συμπληρωματική πρακτική ή για πράξη που απαιτεί συγκεκριμένη ειδικότητα και υποδομή.
Ο ασθενής, τελικά, καλείται να ξεχωρίσει μόνος του τι είναι πραγματικά ιατρικά επιτρεπτό και τι όχι.
«Ασυδοσία» ιδιωτικών φορέων και οικονομικό κίνητρο

Ο αιματολόγος Αργύρης Συμεωνίδης συνδέει , στο Patrapress, την υπόθεση με ένα ευρύτερο πρόβλημα που, όπως υποστηρίζει, έχει απασχολήσει και στο παρελθόν την ιατρική κοινότητα.
Ο ίδιος αναφέρεται σε δραστηριότητες που αφορούν τις ιδιωτικές τράπεζες φύλαξης βλαστοκυττάρων και υποστηρίζει ότι εδώ και χρόνια έχει ασχοληθεί με πρακτικές που, κατά την άποψή του, δημιουργούν λανθασμένες προσδοκίες στους πολίτες.
Για τον κ. Συμεωνίδη, το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη θεραπεία.
«Είναι η ασυδοσία του ιδιωτικού φορέα που κάνει ό,τι θέλει», είναι το χαρακτηριστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετεί τη συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι οικονομικά κίνητρα μπορούν να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του ασθενούς.
Η θέση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν συνδέεται με το γεγονός ότι ο ασθενής, ειδικά όταν βρίσκεται απέναντι σε μια σύνθετη ιατρική διαδικασία, δεν διαθέτει πάντοτε τις γνώσεις για να αξιολογήσει τον εξοπλισμό, την ειδικότητα του γιατρού ή την καταλληλότητα του χώρου.
Το ερώτημα της εποπτείας
Η υπόθεση Μαζωνάκη έχει ήδη οδηγήσει σε ελέγχους, καταθέσεις και έρευνα για τον εξοπλισμό και τις συνθήκες λειτουργίας του ιατρείου. Σύμφωνα με νεότερα στοιχεία, το ιστορικό λειτουργίας του μηχανήματος δείχνει 42 λεπτά λειτουργίας, ενώ οι Αρχές εξετάζουν και ένα χρονικό κενό πριν από την κλήση του ΕΚΑΒ.
Την ίδια ώρα, οι δύο γιατροί έχουν συλληφθεί και αντιμετωπίζουν κατηγορίες που συνδέονται με τον θάνατο του καλλιτέχνη. Οι δικαστικές και ιατροδικαστικές διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη και δεν μπορεί να προδικαστεί ευθύνη πριν ολοκληρωθεί η έρευνα.
Αυτό που μπορεί, όμως, να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιου διαλόγου είναι το θεσμικό πλαίσιο.
Πόσο συχνά ελέγχονται οι ιδιωτικές δομές; Ποιος παρακολουθεί τις υπηρεσίες που διαφημίζονται στο διαδίκτυο; Πώς διαπιστώνεται ότι μια ιατρική πράξη πραγματοποιείται από τον κατάλληλο γιατρό, με την κατάλληλη ειδικότητα και στον κατάλληλο χώρο;
Και κυρίως: χρειάζεται να υπάρξει πρώτα μια καταγγελία ή ένα τραγικό περιστατικό για να ενεργοποιηθεί ο έλεγχος;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που η υπόθεση Μαζωνάκη επαναφέρει με δραματικό τρόπο.
Για την Αχαΐα, πάντως, το μήνυμα των γιατρών είναι σαφές: η ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου είναι απαραίτητη, αλλά εξίσου κρίσιμο είναι να υπάρχει δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού πρακτικών που μπορεί να ξεφεύγουν από τα όρια της ειδικότητας, της άδειας ή της επιστημονικά τεκμηριωμένης ιατρικής πράξης.
Γιατί στην υγεία, ο έλεγχος που γίνεται μετά το περιστατικό μπορεί να αποκαλύψει την αλήθεια.
Ο έλεγχος που γίνεται πριν από αυτό μπορεί να αποτρέψει την τραγωδία.






