Ένα ηχηρό μήνυμα αφύπνισης για το μέλλον του εγχώριου εκπαιδευτικού συστήματος στέλνει η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, η οποία αποτυπώνει την περαιτέρω διολίσθηση της Ελλάδας στον διεθνή διαγωνισμό PISA 2025.
Τα στοιχεία συνθέτουν μια ανησυχητική εικόνα που δεν περιορίζεται μόνο στη βαθμολογική συρρίκνωση σε βασικά γνωστικά αντικείμενα, αλλά επεκτείνεται στο προβληματικό σχολικό κλίμα, τις απουσίες και τις σοβαρές ελλείψεις στην ψηφιακή εκπαίδευση.
Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν είναι αμιγώς ελληνικό.
Η ιστορική πτώση των επιδόσεων καταγράφεται σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, με χώρες όπως η Γαλλία να βιώνουν μια πρωτοφανή εκπαιδευτική κρίση.
Μια δεκαετία καθοδικής πορείας
Τα αποτελέσματα για τους Έλληνες δεκαπεντάχρονους μαθητές μαρτυρούν μια βαθιά, δομική αδυναμία. Σε σύγκριση με το 2022, η χώρα μας κατέγραψε σημαντικές απώλειες: 16 μονάδες στην Ανάγνωση (Κατανόηση Κειμένου), 7 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες και 6 μονάδες στα Μαθηματικά. Η κατάρρευση στην ανάγνωση κρίνεται ως η πλέον επικίνδυνη, καθώς η δεξιότητα αυτή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την αφομοίωση της γνώσης σε όλα τα υπόλοιπα μαθήματα.
Ακόμη και στο νέο πεδίο αξιολόγησης (Learning in the Digital World), που εστιάζει στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων, η Ελλάδα συγκέντρωσε μόλις 461 μονάδες, ισοβαθμώντας ουσιαστικά με χώρες όπως η Κροατία, η Χιλή, η Μάλτα και το Βιετνάμ.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο, όμως, προκύπτει από τη σύγκριση της δεκαετίας 2015-2025, όπου η Ελλάδα μοιάζει να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Η χώρα έχασε 45 μονάδες στην Ανάγνωση (έναντι 27 του ΟΟΣΑ), 33 στα Μαθηματικά (έναντι 24 του ΟΟΣΑ) και 21 στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι μόλις 7 του ΟΟΣΑ). Η καθίζηση αυτή αφορά οριζόντια το μαθητικό δυναμικό, συμπαρασύροντας τόσο τους αδύναμους, όσο και τους άριστους μαθητές.
Οι λίγοι της κορυφής και το χάσμα των φύλων
Η στατιστική κατανομή των επιδόσεων είναι ενδεικτική των ανισοτήτων: Ενώ στον ΟΟΣΑ το 11,9% των μαθητών κατακτά τα κορυφαία επίπεδα (5 ή 6), στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό περιορίζεται σε ένα ισχνό 3,3%. Στον αντίποδα, σχεδόν 1 στους 3 Έλληνες μαθητές (31,4%) δεν καταφέρνει να πιάσει ούτε το βασικό επίπεδο 2, το κατώφλι επάρκειας για την ερμηνεία πραγματικών καταστάσεων, την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό διεθνώς είναι 19,7%.
Την ίδια στιγμή, ένα εντυπωσιακό χάσμα καταγράφεται ανάμεσα στα φύλα, ειδικά στην ανάγνωση, όπου τα κορίτσια αφήνουν πίσω τα αγόρια με διαφορά 46 μονάδων (446 έναντι 400). Η απόκλιση αυτή τοποθετεί την Ελλάδα στις επτά χώρες με τη μεγαλύτερη ψαλίδα παγκοσμίως.
Το σχολικό κλίμα και το «ψηφιακό παράδοξο»
Οι βαθμολογίες αυτές δεν προκύπτουν σε κενό αέρος. Η Ελλάδα κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις διεθνώς (οριακά πάνω από την Αργεντινή) στον δείκτη πειθαρχίας. Ο θόρυβος στις τάξεις και η αταξία ροκανίζουν τον χρόνο διδασκαλίας, ενώ μόλις το 42,8% των μαθητών δεν κάνει αδικαιολόγητες απουσίες (σκασιαρχείο). Επιπλέον, μόνο το 35,4% των παιδιών πιστεύει ότι το σχολείο τα προετοιμάζει πραγματικά για τη ζωή.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το ψηφιακό παράδοξο των ελληνικών σχολείων: Παρότι το 98,3% των μαθητών φοιτά σε σχολεία με καθολική απαγόρευση των κινητών (έναντι 49,5% στον ΟΟΣΑ), τα επίπεδα διάσπασης της προσοχής από ψηφιακές συσκευές παραμένουν στον διεθνή μέσο όρο. Αυτό συμβαίνει την ώρα που οι τεχνολογικές υποδομές των σχολείων για εποικοδομητική ψηφιακή διδασκαλία είναι πρακτικά ανύπαρκτες (δείκτης -0,59).
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή εικόνα, μοναδική αχτίδα ελπίδας αποτελούν τα 38 «ανθεκτικά» σχολεία (τα 32 δημόσια) σε φτωχότερες κοινωνικοοικονομικά περιοχές, όπου χάρη στην ποιότητα της διδασκαλίας και την οργάνωση, οι μαθητές επιτυγχάνουν επιδόσεις κοντά ή και πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.






