Την 1η Νοεμβρίου 2017, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, έγραφε στο Twitter:
«Δεν θέλουμε ανθρώπους εξαρτημένους από επιδόματα. Θέλουμε ανθρώπους που θα πάρουν ξανά τη ζωή τους στα χέρια τους».
Ήταν η εποχή που η Νέα Δημοκρατία ασκούσε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την επιδοματική πολιτική της. Τα έκτακτα βοηθήματα παρουσιάζονταν περίπου ως απόδειξη αποτυχίας μιας κυβέρνησης που, αντί να αυξάνει πραγματικά τα εισοδήματα, μοίραζε χρήματα λίγο πριν από τις κάλπες.
Εννέα χρόνια μετά, στις 5 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αυτή τη φορά ως πρωθυπουργός και με τις επόμενες εθνικές εκλογές να πλησιάζουν, ανεβαίνει στο βήμα της ΔΕΘ και ανακοινώνει, μεταξύ άλλων, επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για περίπου 700.000 δημοσίους υπαλλήλους, με πρώτη καταβολή τον Δεκέμβριο του 2027.
Και κάπου εδώ γεννάται ένα πολύ απλό ερώτημα:
Τελικά τα επιδόματα δημιουργούν εξαρτημένους πολίτες ή όχι;
Γιατί δεν μπορεί η απάντηση να εξαρτάται από το ποιος βρίσκεται κάθε φορά στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ας είμαστε ξεκάθαροι. Κάθε οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων είναι καλοδεχούμενη. Ιδιαίτερα για τους δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν περάσει χρόνια μισθολογικών περικοπών, παγώματος αποδοχών και σημαντικής απώλειας αγοραστικής δύναμης.
Επομένως το πρόβλημα δεν είναι ότι δίνονται 500 ευρώ.
Το πρόβλημα είναι γιατί δίνονται ως επίδομα.
Και ακόμη περισσότερο, ποιος τα δίνει.
Ο ίδιος πολιτικός που το 2017 ζητούσε από τους πολίτες να «πάρουν ξανά τη ζωή τους στα χέρια τους» αντί να εξαρτώνται από επιδόματα, εννέα χρόνια αργότερα ανακαλύπτει την αξία ενός ετήσιου βοηθήματος.
Μόνο που τα 500 ευρώ μικτά τον χρόνο αντιστοιχούν, αν τα δει κανείς σε δωδεκάμηνη βάση, σε περίπου 41,7 ευρώ μικτά τον μήνα.
Αυτό λοιπόν είναι το μεγάλο σχέδιο για την ενίσχυση του εισοδήματος του δημοσίου υπαλλήλου;
Ένα επίδομα μία φορά τον χρόνο;
Γιατί όχι πραγματικές και μόνιμες αυξήσεις στους βασικούς μισθούς;
Γιατί όχι μια ουσιαστική συζήτηση για την αποκατάσταση των απωλειών που υπέστησαν οι εργαζόμενοι του Δημοσίου όλα αυτά τα χρόνια;
Γιατί ένας εκπαιδευτικός, ένας νοσηλευτής, ένας γιατρός, ένας αστυνομικός ή ένας υπάλληλος που υπηρετεί μακριά από τον τόπο του να περιμένει κάθε Δεκέμβριο ένα επίδομα για να καλύψει μέρος των υποχρεώσεών του;
Αν πραγματικά θέλουμε ανθρώπους που «παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους», όπως έλεγε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το 2017, τότε χρειάζονται αξιοπρεπείς και σταθεροί μισθοί.
Όχι πολιτικές επιδομάτων που σήμερα βαφτίζονται «στήριξη», ενώ χθες καταγγέλλονταν ως «εξάρτηση».
Υπάρχει βέβαια και μία ακόμη πολιτική διάσταση που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς.
Οι εθνικές εκλογές του 2027 πλησιάζουν και η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον στο δεύτερο μισό της δεύτερης τετραετίας της. Το Reuters, παρουσιάζοντας τις σημερινές εξαγγελίες της ΔΕΘ, τις εντάσσει ευθέως σε ένα οικονομικό πακέτο ενίσχυσης εισοδημάτων ενόψει των εκλογών του 2027, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση αντιμετωπίζει φθορά και έντονη πίεση από το κόστος ζωής.
Δεν γνωρίζω αν η φετινή ΔΕΘ θα είναι πράγματι η τελευταία του Κυριάκου Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού.
Αυτό θα το αποφασίσουν οι πολίτες όταν έρθει η ώρα της κάλπης.
Γνωρίζω όμως κάτι άλλο.
Η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να διαρκεί μόνο μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Όταν κάποιος ως αντιπολίτευση καταγγέλλει μια πρακτική ως ξεπερασμένη, αναποτελεσματική ή ακόμη και ταπεινωτική για τον πολίτη, οφείλει όταν γίνει κυβέρνηση να εφαρμόσει αυτό που υποσχόταν.
Διαφορετικά δεν έχουμε αλλαγή πολιτικής.
Έχουμε αλλαγή ρόλων.
Χθες, λοιπόν, ήταν τα «επιδόματα που δημιουργούν εξαρτημένους πολίτες».
Σήμερα είναι το «επίδομα Χριστουγέννων των 500 ευρώ».
Και ίσως τελικά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν άλλαξαν τα επιδόματα.
Ίσως είναι αν άλλαξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης — ή αν απλώς άλλαξε η θέση του απέναντι στην κάλπη.
Βασίλης Χρ. Αποστολόπουλος
Εκπαιδευτικός – Μηχανικός Πληροφορικής
MSc Εφαρμοσμένα Πληροφοριακά Συστήματα





