Δεκαπενταύγουστος στον Δήμο Ερυμάνθου:
Κάποτε, στα σπίτια μας, υπήρχαν πράγματα που δεν χρειαζόταν να εξηγηθούν.
Ένα καντήλι που έμενε αναμμένο.
Μια εικόνα της Παναγιάς στο εικονοστάσι. Ένας σταυρός πριν από το ταξίδι. Μια επίκληση του ονόματός Της όταν τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ και οι ανθρώπινες δυνάμεις έμοιαζαν λίγες.
Έτσι γνώρισαν την Παναγιά γενιές Ελλήνων.
Όχι μέσα από μεγάλες διακηρύξεις, αλλά μέσα από εκείνη τη σιωπηλή οικειότητα της πίστης που περνούσε από άνθρωπο σε άνθρωπο. Από τη μάνα στο παιδί. Από τον παππού στο εγγόνι. Από ένα χέρι που άναβε το κερί σε ένα μικρότερο χέρι που μάθαινε να το ανάβει.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται ένα μέρος από το μυστήριο του Δεκαπενταύγουστου.
Η Εκκλησία ονομάζει τη μεγάλη αυτή ημέρα Κοίμηση. Μια λέξη παράξενη και βαθιά παρηγορητική: δεν μιλά για ένα αμετάκλητο τέλος, αλλά για πέρασμα. Γι’ αυτό και μέσα στους ύμνους της ημέρας η λύπη δεν μένει ποτέ μόνη της. Συνοδεύεται από φως. Η απώλεια από προσδοκία. Η ανθρώπινη αγωνία από την ελπίδα ότι η ζωή δεν εξαντλείται σε όσα μπορούν να δουν τα μάτια μας.
Αυτή την Παναγιά αισθάνθηκε κοντά του ο λαός μας.
Τόσο κοντά, ώστε δεν του έφτασε ένα όνομα για να Την προσφωνήσει. Κάθε τόπος θέλησε να Της δώσει το δικό του. Και οι άνθρωποι έχτισαν εκκλησιές ακόμη και εκεί όπου δύσκολα έφτανε δρόμος, σαν να ήθελαν να αφήσουν πάνω στη γη ένα μικρό σημάδι ουρανού.
Το ίδιο νιώθουμε και στον Ερύμανθο.
Τον Αύγουστο, σπίτια που έμειναν για μήνες σιωπηλά ανοίγουν ξανά. Αυλές γεμίζουν φωνές. Οι δρόμοι των χωριών υποδέχονται ανθρώπους που η ζωή τούς πήγε μακριά. Και το πρωί της μεγάλης γιορτής, ο ήχος μιας καμπάνας ταξιδεύει στις πλαγιές και μας θυμίζει ότι ο τόπος δεν είναι μόνο γεωγραφία. Είναι μνήμη.
Είναι οι άνθρωποι που προηγήθηκαν από εμάς και άφησαν κάτι από τον εαυτό τους για να το βρούμε.
Κι εδώ αρχίζει η δική μας ευθύνη.
Γιατί η παράδοση δεν είναι κειμήλιο για να το φυλάξουμε ανέγγιχτο. Η ίδια η λέξη κρύβει μέσα της μια πράξη: παραδίδω.
Παραδίδω στον επόμενο κάτι που θεωρώ αρκετά πολύτιμο ώστε να μη χαθεί.
Και ίσως αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει να θέσουμε στον εαυτό μας αυτόν τον Δεκαπενταύγουστο: τι θα παραδώσουμε εμείς στα παιδιά που έρχονται;
Θα τους παραδώσουμε μόνο τις εκκλησιές και τα πανηγύρια μας ή και το νόημά τους; Θα γνωρίζουν μόνο πότε χτυπά η καμπάνα ή και γιατί κάποτε οι άνθρωποι σταματούσαν για να την ακούσουν;
Η πίστη, δεν επιβάλλεται και δεν κληρονομείται όπως ένα οικογενειακό όνομα. Προσφέρεται με το παράδειγμα. Γίνεται πειστική όταν γεννά καλοσύνη, όταν μαλακώνει την κρίση μας για τον άλλον, όταν μας κάνει να βλέπουμε εκείνον που έμεινε μόνος, εκείνον που πονά, εκείνον που χρειάζεται να ακούσει μια ανθρώπινη κουβέντα.
Τότε η παράδοση παύει να είναι ανάμνηση και γίνεται ζωή.
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, ανοιχτή αυτή την αθέατη συνομιλία ανάμεσα στις γενιές.
Κι όταν αυτές τις ημέρες ανάψουμε ένα κερί στην Παναγιά, ας μην Της ζητήσουμε μόνο. Ας Την ευχαριστήσουμε κιόλας.
Για όσα αντέξαμε. Για τους ανθρώπους που αγαπήσαμε. Για εκείνους που μας έμαθαν να πιστεύουμε χωρίς θόρυβο. Για την πατρίδα των μικρών πραγμάτων που κουβαλά ο καθένας μέσα του, όπου κι αν τον οδηγήσει η ζωή.
Και ας Της εμπιστευθούμε τον τόπο μας και τους ανθρώπους του.
Η Παναγιά να σκεπάζει τον Ερύμανθο.
Τα σπίτια που είναι γεμάτα και εκείνα που περιμένουν ακόμη να ανοίξει η πόρτα τους.
Όσους βρίσκονται εδώ και όσους θα κοιτάξουν σήμερα το χωριό τους από μακριά.
Τους ηλικιωμένους που κρατούν τη μνήμη και τα παιδιά που θα την παραλάβουν.
Και μακάρι, όταν έρθει η δική τους σειρά, να έχουν κι εκείνα κάτι πολύτιμο να παραδώσουν στους επόμενους.
Γιατί ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μεγάλο χρέος κάθε γενιάς:
να μη γίνει η τελευταία που θυμάται.
Να μη φτάσει ποτέ μια μέρα που οι καμπάνες θα εξακολουθούν να χτυπούν, αλλά κανείς δεν θα θυμάται γιατί. Να μην έρθει μέρα που τα ξωκλήσια θα στέκουν ακόμη στις πλαγιές μας, αλλά θα έχουν πάψει να κατοικούν μέσα μας.
Κι αν υπάρχει μια προσευχή που αξίζει να ψιθυρίσουμε ετούτον τον Δεκαπενταύγουστο, ίσως να είναι αυτή:
Παναγιά μου, φύλαγε εκείνους που αγαπάμε.
Και φύλαγε μέσα μας όσα δεν πρέπει να χαθούν.
Για να μπορούν, χρόνια από τώρα, κάποια άλλα παιδιά στον Ερύμανθο να σηκώσουν το βλέμμα τους στο άκουσμα μιας καμπάνας και να ξέρουν.
Να ξέρουν από πού έρχονται.
Να ξέρουν τι τους παραδόθηκε.
Και, κυρίως, να αισθάνονται πως δεν πορεύονται μόνοι.
Γιατί ένας τόπος χάνεται στ’ αλήθεια όχι όταν αδειάζουν τα σπίτια του, αλλά όταν σβήνουν από τις ψυχές των παιδιών του όσα κάποτε τα έκαναν να επιστρέφουν.
Η Παναγιά να μη μας αφήσει ποτέ να ξεχάσουμε τον δρόμο της επιστροφής.
Χρόνια πολλά και ευλογημένα.
Θόδωρος Μπαρής
ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΕΡΥΜΑΝΘΟΥ













