Η αναφορά στην 4η Αυγούστου 1936 δεν γίνεται για να υπερασπιστεί ή να καταδικάσει εκ των προτέρων μια ιστορική περίοδο. Γίνεται γιατί υπάρχουν γεγονότα που οφείλουμε να γνωρίζουμε και να συζητούμε με ψυχραιμία.
Η Ιστορία δεν προχωρά με αποσιωπήσεις, ούτε με μονοδιάστατες αναγνώσεις.
Κάθε χρόνο η 4η Αυγούστου προκαλεί αντιπαραθέσεις: άλλοι επιχειρούν να διαγράψουν κάθε θετικό στοιχείο της περιόδου και άλλοι να την εξιδανικεύσουν. Όμως η ιστορική αλήθεια δεν υπηρετεί ούτε τη λήθη.
Η περίοδος της 4ης Αυγούστου 1936 αποτελεί ένα σύνθετο ιστορικό κεφάλαιο, με πολιτικές εξελίξεις, κοινωνικές παρεμβάσεις και έργα υποδομής, αλλά ταυτόχρονα και με σοβαρούς περιορισμούς των δημοκρατικών θεσμών, κατάργηση πολιτικών ελευθεριών και αυταρχική διακυβέρνηση.
Για να μην υπάρχουν παρερμηνείες: η κριτική μελέτη μιας ιστορικής περιόδου δεν αποτελεί δικαίωση του καθεστώτος που την χαρακτήρισε. Δεν υπερασπίζομαι τη δικτατορία ούτε κανένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η μελέτη της Ιστορίας αποτελεί υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια, μακριά από εύκολες ετικέτες, ιδεολογικές απλουστεύσεις και επιλεκτικές μνήμες.
Ο Ιωάννης Μεταξάς διορίστηκε πρωθυπουργός από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ τον Απρίλιο του 1936 και στη συνέχεια έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ακόμη και ο Δημήτριος Λαμπράκης, από τις στήλες του «Ελευθέρου Βήματος», υποστήριζε πως η κυβέρνηση Μεταξά έπρεπε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης και όχι απλή ανοχή.
Η άνοδος του Ιωάννη Μεταξά στην εξουσία υπήρξε αποτέλεσμα της βαθιάς πολιτικής κρίσης που χαρακτήριζε την Ελλάδα εκείνη την περίοδο.
Στη Βουλή, τον Απρίλιο του 1936, ο βουλευτής Ηλείας του Λαϊκού Κόμματος Βάσος Στεφανόπουλος περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο το πολιτικό αδιέξοδο, καθώς το κοινοβουλευτικό σύστημα αντιμετώπιζε έντονη αστάθεια και αδυναμία συνεννόησης μεταξύ των μεγάλων πολιτικών παρατάξεων.
Στην αγόρευσή του ανέφερε:
«Εκαλέσαμεν τον αξιότιμον Αρχηγόν των Ελευθεροφρόνων… και κατεθέσαμεν εις τους πόδας αυτού άλλοι την εμπιστοσύνην μας και άλλοι την ανοχήν μας… 240 “Ναι” ήσαν 240 υπογραφαί κάτωθι της τρομεράς διαπιστώσεως ότι εχρεωκοπήσαμεν ως Κοινοβουλισμός».
Παρά τις μετέπειτα πολιτικές τους διαφορές, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναγνώριζε τις στρατιωτικές και οργανωτικές ικανότητες του Μεταξά. Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ τον διόρισε υπουργό Στρατιωτικών, ο Βενιζέλος δήλωσε στις 6 Μαρτίου 1936:
«Ο βασιλεύς με τον διορισμόν Μεταξά ανέκτησε ακέραιον το κύρος του, τόσον απαραίτητον διά την οριστικήν επάνοδον της χώρας εις τον κανονικόν πολιτικόν βίον».
Κοινωνική πολιτική και εργατικά μέτρα
Στον κοινωνικό και εργατικό τομέα, η περίοδος 1936-1940 συνδέθηκε με τη συστηματοποίηση και εφαρμογή σημαντικών μέτρων, υπό την καθοδήγηση του υπουργού Εργασίας Αριστείδη Δημητράτου, ο οποίος προερχόταν από τον χώρο του εργατικού κινήματος και είχε αποχωρήσει από τον κομμουνιστικό χώρο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920.
Σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις για τη γνωριμία του με τον Μεταξά, ο πρωθυπουργός, έχοντας ακούσει για τις θέσεις του Δημητράτου σχετικά με τα εργατικά ζητήματα, του ανέθεσε το υπουργείο Εργασίας, λέγοντας ότι εφόσον πραγματικά ενδιαφέρεται για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, θα έχει τη στήριξή του για την εφαρμογή των προτάσεών του.
Χρειάζεται όμως ιστορική ακρίβεια: θεσμοί όπως το ΙΚΑ (Νόμος 6298/1934 επί κυβερνήσεως Τσαλδάρη), το οκτάωρο εργασίας και η Κυριακάτικη αργία είχαν ξεκινήσει να θεσμοθετούνται πριν από την 4η Αυγούστου. Η κυβέρνηση Μεταξά, ωστόσο, προχώρησε σε εφαρμογές, επεκτάσεις και συστηματοποίηση αυτών των μέτρων.
Το 1937 άρχισε η λειτουργία των πρώτων υποκαταστημάτων του ΙΚΑ, επεκτάθηκε το οκτάωρο σε περισσότερους κλάδους, ενισχύθηκαν οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, θεσπίστηκαν ρυθμίσεις υπέρ των εργαζομένων και εφαρμόστηκαν μέτρα όπως η διαγραφή αγροτικών χρεών.
Παράλληλα αναπτύχθηκαν υποδομές υγείας, παιδικοί σταθμοί, μαθητικά συσσίτια και σημαντικά δημόσια έργα.
Η κοινωνική αυτή πολιτική δημιούργησε ισχυρά ερείσματα σε τμήματα της κοινωνίας.
Ο αριστερός δημοσιογράφος και συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης έγραψε χαρακτηριστικά:
«Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε τον Μεταξά».
Παράλληλα, στον χώρο του πολιτισμού, πρόσωπα εκτός του ιδεολογικού του χώρου εξέφρασαν θετικές κρίσεις για επιμέρους πλευρές της πολιτικής του.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη ανέφερε ότι «το ελληνικό θέατρο χρωστάει την αναγέννησή του στον Ι. Μεταξά», ενώ ο Αιμίλιος Βεάκης τον χαρακτήρισε «αντάξιο του Λεωνίδα και του Παλαιολόγου».
Εθνική Άμυνα και το «ΟΧΙ» του 1940
Στον τομέα της Εθνικής Άμυνας, η περίοδος Μεταξά χαρακτηρίστηκε από σημαντική στρατιωτική προετοιμασία ενόψει του επερχόμενου παγκοσμίου πολέμου.
Πραγματοποιήθηκε εκσυγχρονισμός και επανεξοπλισμός των Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ κατασκευάστηκε η περίφημη «Γραμμή Μεταξά» στα βόρεια σύνορα της χώρας.
Η στρατιωτική αυτή προετοιμασία συνέβαλε στην ικανότητα της Ελλάδας να αντιμετωπίσει την ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940 και να γράψει μία από τις σημαντικότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας της.
Ο ακαδημαϊκός και μετέπειτα πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε για εκείνη τη στιγμή:
«Πρέπει να είμεθα χωρίς άλλο ευγνώμονες στον Ιωάννη Μεταξά διότι είπε ολομόναχος εις το σκοτάδι της νυκτός το μέγα ΟΧΙ… Εάν έλεγε ο Μεταξάς ΝΑΙ, πώς θα έλεγε ΟΧΙ ο Ελληνικός λαός που θα εξυπνούσε αργότερα;»
Ανάλογα, ο αριστερός δημοσιογράφος Γιάννης Βούλτεψης παρατήρησε χαρακτηριστικά πως:
«Το ΟΧΙ… το είπε ο άνθρωπος με τις πιτζάμες».
Η αναγνώριση συγκεκριμένων έργων ή αποφάσεων μιας ιστορικής περιόδου δεν σημαίνει αποδοχή ενός αυταρχικού καθεστώτος. Όπως και η καταδίκη μιας δικτατορίας δεν σημαίνει ότι διαγράφονται όλα τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκειά της.
Η Ιστορία δεν χρειάζεται ούτε αγιογραφίες ούτε δαιμονοποιήσεις.
Χρειάζεται γνώση, τεκμηρίωση, αντικειμενικότητα και σεβασμό στην αλήθεια.
Ανδρέας Σταματακόπουλος
ΔΗΜΟΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ













