Η συνεχιζόμενη μείωση των γεννήσεων στην Ιαπωνία αναδιαμορφώνει την καταναλωτική αγορά, με ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις να επενδύουν στα προϊόντα για κατοικίδια, καθώς οι σκύλοι και οι γάτες στη χώρα πλέον υπερτερούν αριθμητικά των παιδιών κάτω των 15 ετών.
Χαρακτηριστικό είναι πρόσφατο δημοσίευμα του Guardian, αναφέρει το tanea.gr, το οποίο περιγράφει πώς η αγάπη των Ιαπώνων για τις γάτες εξελίχθηκε σε ένα τεράστιο οικονομικό και πολιτιστικό φαινόμενο, γνωστό ως «catnomics». Σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, οι γάτες αναμένεται να προσθέσουν σχεδόν 3 τρισ. γιεν —περίπου 18,8 δισ. δολάρια— στην ιαπωνική οικονομία το 2026. Πρόκειται για ποσό συγκρίσιμο με τον οικονομικό αντίκτυπο της Παγκόσμιας Έκθεσης της Οσάκα.
Το 2025 ζούσαν στην Ιαπωνία περίπου 8,8 εκατομμύρια κατοικίδιες γάτες και 6,8 εκατομμύρια σκύλοι. Συνολικά, δηλαδή, ο αριθμός τους υπερέβαινε εκείνον των παιδιών κάτω των 15 ετών. Σύμφωνα με έρευνα της Japan Pet Food Association, ένα νοικοκυριό ξοδεύει κατά μέσο όρο σχεδόν 1,8 εκατ. γιεν —περίπου 11.300 δολάρια— σε όλη τη διάρκεια ζωής μιας γάτας.
Η σχετική οικονομική δραστηριότητα δεν περιορίζεται στις ζωοτροφές και στην κτηνιατρική φροντίδα. Περιλαμβάνει cat cafés, βιβλία, φωτογραφικά λευκώματα, αναμνηστικά, τουριστικές εμπειρίες, ακόμη και ολόκληρες γειτονιές, όπως η Yanaka Ginza στο Τόκιο, που προσελκύει επισκέπτες χάρη στην ταυτότητά της ως «πόλη των γατών».
Η μεταστροφή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων
Πίσω από την άνθηση της αγοράς κατοικιδίων βρίσκεται μια πολύ διαφορετική και ανησυχητική πραγματικότητα. Το 2024 καταγράφηκαν μόλις 686.061 γεννήσεις από Ιάπωνες υπηκόους, αριθμός μειωμένος κατά 5,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και ο χαμηλότερος από την έναρξη των επίσημων καταγραφών το 1899.
Την ίδια στιγμή, η ιαπωνική αγορά φροντίδας κατοικιδίων έφθασε τα 880 δισ. γιεν το 2025 —περίπου 5,4 δισ. δολάρια— έναντι 689,6 δισ. γιεν το 2020. Η αύξηση προσεγγίζει το 28% μέσα σε μόλις πέντε χρόνια.
Καθώς η αγορά βρεφικών ειδών συρρικνώνεται, εταιρείες που επί δεκαετίες απευθύνονταν σε γονείς αναζητούν πλέον νέους πελάτες μεταξύ των ιδιοκτητών κατοικιδίων. Η Lucky Industries, η οποία από το 1934 έχει κατασκευάσει περισσότερους από 40 εκατομμύρια μάρσιπους για μωρά, δημιούργησε ειδικούς μάρσιπους για σκύλους. Η ιδέα προέκυψε όταν εργαζόμενος της εταιρείας αναζήτησε έναν ευκολότερο τρόπο για να μεταφέρει το μικρόσωμο σκυλί του όταν εκείνο κουραζόταν κατά τη διάρκεια της βόλτας.
Ανάλογη πορεία ακολουθεί η Unicharm. Η εταιρεία, γνωστή για τις βρεφικές πάνες και τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής, επενδύει πλέον σε πάνες και άλλα είδη φροντίδας κατοικιδίων.
Το 2025 ο συγκεκριμένος τομέας παρουσίασε περιθώριο κέρδους 15,4%, έναντι 10,7% στον κλάδο προσωπικής φροντίδας. Τα προϊόντα για κατοικίδια αντιπροσώπευαν ήδη το 17% των συνολικών πωλήσεων της εταιρείας, με στόχο να φθάσουν το 20% έως το 2030.
Η υπογεννητικότητα, επομένως, δεν μεταβάλλει μόνο την κοινωνική σύνθεση της Ιαπωνίας. Αναδιαμορφώνει ολόκληρους επιχειρηματικούς κλάδους, δημιουργώντας μια νέα καταναλωτική αγορά εκεί όπου η παραδοσιακή αγορά των παιδικών προϊόντων υποχωρεί.
Από ιερό σύμβολο σε μέλος της οικογένειας
Η ξεχωριστή θέση της γάτας στην ιαπωνική κοινωνία έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Πιστεύεται ότι έφθασε στη χώρα από την Κίνα κατά την περίοδο Νάρα, μεταξύ 710 και 794 μ.Χ. Αρχικά φιλοξενήθηκε σε βουδιστικούς ναούς, όπου προστάτευε τα ιερά κείμενα από τα τρωκτικά.
Στη λαϊκή παράδοση η γάτα συνδέθηκε με την τύχη και την ευημερία, με χαρακτηριστικότερο σύμβολο το maneki-neko, τη γνωστή φιγούρα με το ανασηκωμένο πόδι. Παράλληλα, κατέκτησε σημαντική θέση στην ιαπωνική λογοτεχνία και στην ποπ κουλτούρα, από τα έργα του Νατσούμε Σόσεκι και του Χαρούκι Μουρακάμι μέχρι τις σύγχρονες εκδόσεις και τα προϊόντα που αξιοποιούν την εικόνα της.
Ωστόσο, ο ρόλος των κατοικιδίων έχει μεταβληθεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες — όχι μόνο στην Ιαπωνία, αλλά σε μεγάλο μέρος του ανεπτυγμένου κόσμου. Οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «pet humanisation» για να περιγράψουν τη μεταχείρισή τους όχι απλώς ως ζώων συντροφιάς, αλλά ως ισότιμων μελών της οικογένειας ή ακόμη και ως παιδιών.
Η αλλαγή αποτυπώνεται στην κατανάλωση: καρότσια και μάρσιποι για σκύλους, πάνες, ρούχα, βιολογικές και premium τροφές, εξειδικευμένα στεγνωτήρια, εστιατόρια φιλικά προς τα κατοικίδια και προϊόντα που υπόσχονται καλύτερη υγεία και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.
Η κοινωνιολόγος Barbara Holthus, διευθύντρια του German Institute for Japanese Studies, μιλώντας στο Al Jazeera, αναφέρεται στην εμφάνιση της «πολυειδικής οικογένειας» — της λεγόμενης «multi-species family». Σε αυτήν, ένα κατοικίδιο μπορεί να λειτουργεί ως παιδί για ένα ζευγάρι χωρίς απογόνους, ως σύντροφος για έναν άνθρωπο που ζει μόνος, ως συναισθηματικό στήριγμα μετά από διαζύγιο ή χηρεία ή ως παρέα για ένα μοναχοπαίδι.
Η Holthus διευκρινίζει, ωστόσο, ότι θα ήταν υπεραπλουστευτικό να θεωρήσουμε πως τα ζώα απλώς «αντικαθιστούν» τα παιδιά. Η υπογεννητικότητα, η μοναξιά, η αστικοποίηση και η αλλαγή των οικογενειακών δομών δημιουργούν ένα πολύ πιο σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο των «catnomics». Ενώ η οικονομία των κατοικιδίων ανθεί χάρη στη δημογραφική μεταβολή, η ίδια η γήρανση και η πληθυσμιακή συρρίκνωση της Ιαπωνίας μπορεί μακροπρόθεσμα να περιορίσουν τον αριθμό των ανθρώπων που διαθέτουν τόσο τα οικονομικά μέσα όσο και τη δυνατότητα να φροντίζουν ένα ζώο.







