Η Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας έθεσε στο αρχείο τη δικογραφία για παραβάσεις του νόμου περί πόθεν εσχες για το πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο, που είχε διαβιβαστεί από την Αρχή για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.
Διαβάστε επίσης Η αντίδραση Παναγόπουλου της ΓΣΕΕ για τα αδήλωτα 3,2 εκ. ευρώ
Ο εισαγγελέας σύμφωνα με το skai.gr κάλεσε τον κ. Παναγόπουλο σε ανωμοτί εξηγήσεις και αξιολογώντας όλα τα στοιχεία που εισέφερε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις τέλεσης του αδικήματος από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ.
Ως εκ τούτου, έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο.
Η εισαγγελία συνεχίζει την έρευνά της για τους άλλους δύο ελεγχόμενους για ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις πόθεν έσχες , την πρώην γενική γραμματέα Εργασίας Άννα Στρατινάκη και τον νόμιμο εκπρόσωπο εταιρείας προγραμμάτων κατάρτισης Ανδρέα Γεωργίου, για τους οποίους έχουν σχηματιστεί ξεχωριστές δικογραφίες.
📍 ⏳ Άλλες ειδήσεις για: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Σύμφωνα με την αρχή για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ο κ. Παναγόπουλος από το 2020 έως το 2026 εμφανίζεται να μην έχει δηλώσει εισοδήματα ύψους 3,2 εκατομμυρίων ευρώ. Για ανακριβείς δηλώσεις πόθεν έσχες με τη διαφορά να φτάνει το 1,3 εκ.ευρώ, ελέγχεται η κ. Στρατινάκη, ενώ φέρεται να μην δήλωσε περιουσία 700-800 χιλιάδων ευρώ ο κ. Γεωργίου, την περίοδο 2023-2024.
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ
Τις τελευταίες εβδομάδες εξελίχθηκε μια δημόσια συζήτηση γύρω από το πρόσωπό μου, η οποία στηρίχθηκε σε διαρροές, non papers και εικασίες, πριν καν ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία και χωρίς να μου έχει επιδοθεί οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα.
Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη «υπόθεση μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες και αποκρυφθέντα εισοδήματα 3,2 εκατομμυρίων ευρώ», μετά την υποβολή των εξηγήσεών μου και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν οποιαδήποτε παράβαση και, συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω ποινικής διερεύνησης.
Με απλά λόγια. Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως «σοβαρή καταγγελία» και «μεγάλο σκάνδαλο», κατέληξε χωρίς αντικείμενο.
Την ίδια στιγμή, για την πρώτη χρονικά υπόθεση, για την οποία εκδόθηκε διάταξη δέσμευσης, δεν έχουμε μέχρι σήμερα κληθεί να λάβουμε γνώση οποιουδήποτε πορίσματος, ενώ εκκρεμεί και η προσφυγή που έχουμε καταθέσει κατά της σχετικής διάταξης.
Κι όμως, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ήδη κλεισμένα και δεδομένα. Δεν ήταν. Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η ουσία. Γιατί πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, κάποιοι φρόντισαν να μιλήσουν για αυτήν. Και όχι σε τυχαίο χρόνο.
Η πρώτη οργανωμένη δημοσιοποίηση των σχετικών ισχυρισμών συνέπεσε με τη συζήτηση στη Βουλή για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη που δεν είναι άλλη από την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με ενισχυμένο ρόλο της ΓΣΕΕ, που επαναφέρουν δικαιώματα και καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους.
Η σύμπτωση αυτή γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.
Ιδιαίτερα όταν τα όσα διακινήθηκαν φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής, κ. Βουρλιώτη, δημιουργείται ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα. Μια Ανεξάρτητη Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες, όχι μέσω διαρροών και διαμόρφωσης εντυπώσεων πριν την ολοκλήρωση της κρίσης.
Όταν αυτό δεν τηρείται, δεν πλήττεται μόνο ένα πρόσωπο.
Πλήττεται η αξιοπιστία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου. Γιατί, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο της εργασίας, επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το ουσιαστικό διακύβευμα σ’ ένα σκηνικό εντυπώσεων και αμφισβήτησης;
Ποιον εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;
Για μένα, το διακύβευμα ήταν και παραμένει ένα. Η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η ύπαρξη ενός ισχυρού, ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κινήματος.
Σ’ αυτή τη διαδρομή, ήταν αναμενόμενο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, πιέσεις και επιθέσεις. Όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση. Ως Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, με πολυετή παρουσία και ευθύνη στον χώρο της εργασίας, έχω αποδείξει ότι μπορώ να αντέχω, να υπερασπίζομαι και να προχωρώ.
Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω, με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Με καθαρό λόγο, με θεσμική συνέπεια και με πλήρη επίγνωση της ευθύνης που μου έχουν αναθέσει οι εργαζόμενοι.
Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο και το χρόνο διακίνησης αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα. Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με τους νομικούς μου συμβούλους, θα αξιοποιήσω κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία τόσο της προσωπικότητάς μου όσο και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπώ.
Η εμπιστοσύνη μου στη Δικαιοσύνη είναι δεδομένη.
Όπως δεδομένη είναι και η δέσμευσή μου να συνεχίσω απρόσκοπτα το έργο για τους εργαζομένους.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά η δύναμη και η φωνή της εργασίας».

