Το σουβλάκι γίνεται επενδυτικός προορισμός

Το ελληνικό σουβλάκι, από προϊόν γειτονιάς, μετατρέπεται σε επενδυτική κατηγορία
Το σουβλάκι γίνεται επενδυτικός προορισμός

Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια έχει γίνει μόνιμο χαρακτηριστικό της καθημερινότητας και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων εστίασης πιέζεται όσο ποτέ, η ελληνική αγορά street food δεν καταρρέει. Αντίθετα, μετασχηματίζεται.

Τα τελευταία στοιχεία της ICAP που έχει στη διάθεσή του το «business stories» δείχνουν ότι η εστίαση βρίσκεται σε φάση σιωπηρής συγκέντρωσης: λιγότερα μαγαζιά, περισσότερος τζίρος, περισσότερη απασχόληση, μεγαλύτεροι και πιο οργανωμένοι παίκτες.

Από τα μέσα της ελληνικής κρίσης μέχρι σήμερα ο αριθμός των μονάδων εστίασης στη χώρα εμφανίζεται να έχει μειωθεί κατά 8,5%, την ίδια στιγμή όμως ο συνολικός κύκλος εργασιών τους διπλασιάστηκε, με την ΕΛΣΤΑΤ να μετρά πάνω από 10 δισ. ευρώ και η απασχόληση σχεδόν διπλασιάστηκε προσεγγίζοντας πλέον τα 295.000 άτομα! Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: η αγορά συρρικνώνεται σε αριθμό καταστημάτων, αλλά μεγαλώνει σε οικονομικό αποτύπωμα, μεταφέροντας το βάρος από τα μικρά οικογενειακά μαγαζιά σε οργανωμένα δίκτυα με δομή, κεφάλαιο και δυνατότητα κλιμάκωσης.

Σύμφωνα με την ICAP, η κατανάλωση εστίασης αποτελεί ανελαστική δαπάνη για τα ελληνικά νοικοκυριά, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη για εστιατόρια αυξήθηκε εκρηκτικά τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας πανελλαδικά σχεδόν τα 62 ευρώ ανά νοικοκυριό το 2023, με την Αττική να κινείται ακόμη υψηλότερα, κοντά στα 78 ευρώ. Ακόμη και σε συνθήκες έντονων πληθωριστικών πιέσεων -με τον δείκτη τιμών για εστιατόρια και καφετέριες να αυξάνεται πάνω από 6% τόσο το 2023 όσο και το 2024 και να συνεχίζει ανοδικά και το 2025- η κατανάλωση δεν «σπάει».

Το ελληνικό σουβλάκι αναδεικνύεται στον πιο ανθεκτικό πυλώνα της εγχώριας εστίασης. Ενα προϊόν χαμηλού εισιτηρίου, υψηλής επαναληψιμότητας και βαθιάς πολιτισμικής ρίζας, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως καθημερινό γεύμα, κοινωνική συνήθεια και τουριστικό σύμβολο. Και ακριβώς επειδή βρίσκεται στο κέντρο αυτής της ανελαστικής ζήτησης μετατρέπεται σταδιακά από «μαγαζί της γειτονιάς» σε οργανωμένο επιχειρηματικό κλάδο. Η νέα γενιά αλυσίδων street food, με αιχμή οργανωμένα ψητοπωλεία και κεμπαπτζίδικα, αρχίζει να θυμίζει μίνι βιομηχανία: κάθετη παραγωγή, τυποποιημένες διαδικασίες, επενδύσεις σε logistics και data, franchising και επιθετική παρουσία στο delivery. Δεν πρόκειται απλώς για περισσότερα καταστήματα. Πρόκειται για την ανάδυση μιας νέας κατηγορίας ελληνικού QSR (Quick Service Restaurant), με καθαρό επιχειρηματικό μοντέλο, δυνατότητα κλιμάκωσης και βλέμμα -πλέον- και εκτός συνόρων.
Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η μέχρι πρότινος άναρχη, υπερκατακερματισμένη αγορά αρχίζει πλέον να μπαίνει στο ραντάρ θεσμικών επενδυτικών κεφαλαίων. Private equity funds, family offices και επενδυτικά σχήματα που παραδοσιακά «σκανάρουν» τον χώρο της οργανωμένης εστίασης και των QSR formats αρχίζουν να ακτινογραφούν τις ελληνικές αλυσίδες street food, αναζητώντας σχήματα με κρίσιμη μάζα, τυποποιημένες λειτουργίες και δυνατότητα ταχείας κλιμάκωσης. Το ελληνικό σουβλάκι, από προϊόν γειτονιάς, μετατρέπεται σταδιακά σε επενδυτική κατηγορία.
Related Post