«Οι χαμηλοί μισθοί τροφοδοτούν την κρίση του Ασφαλιστικού»

Θεόδωρος Ξούλος - Η υπεράσπιση του ασφαλιστικού περνά μέσα από την υπεράσπιση της εργασίας
«Οι χαμηλοί μισθοί τροφοδοτούν την κρίση του Ασφαλιστικού»

Η συζήτηση του ασφαλιστικού στην Ελλάδα συστηματικά αποφεύγει να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος. Δεν είναι οι συντάξεις «υπερβολικές», ούτε οι εργαζόμενοι «ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους». Το πραγματικό πρόβλημα είναι η συστηματικήαπαξίωση της εργασίας. Και σε ένα αναδιανεμητικό σύστημα, όπου οι συντάξεις χρηματοδοτούνται από τις εισφορές των εργαζομένων, η απαξίωση της εργασίας δεν είναι απλώς κοινωνική αδικία – είναι μηχανισμός αποδόμησης του ίδιου του συστήματος.

 

Τα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών. Σήμερα στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόλις 1,65 εργαζόμενοι για κάθε έναν συνταξιούχο. Η αναλογία αυτή δεν είναι σταθερή – επιδεινώνεται δραματικά και εκτιμάται ότι θα πέσει στο 1 προς 1,46 το 2030και στο 1 προς 1,23 έως το 2050. Δηλαδή, οδεύουμε σε μια κοινωνία όπου σχεδόν ένας εργαζόμενος θα καλείται να συντηρεί έναν συνταξιούχο.

 

📍 ⏳ Δείτε και άλλες ειδήσεις για ασφαλιστικο

Την ίδια στιγμή, 6 στους 10 συνταξιούχους –δηλαδή περίπου 1,14 εκατομμύρια άνθρωποι– ζουν με σύνταξη κάτω από 1.000 ευρώ. Και ενώ αυτό θα έπρεπε να αποτελεί κοινωνικό συναγερμό, η πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο σκληρή: το ποσοστό των συνταξιούχωνπου βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας εκτινάχθηκε από 9,5% το 2017 σε 21,4% το 2024. Μιλάμε για διπλασιασμό της φτώχειας μέσα σε λίγα χρόνια.

 

Η απαξίωση της εργασίας έχει δύο βασικούς άξονες: χαμηλοί μισθοί και υψηλή –ή συγκαλυμμένη– ανεργία. Η μείωση της ανεργίας που προβάλλεται τα τελευταία χρόνια είναι σε μεγάλο βαθμό λογιστική. Οι νέες θέσεις εργασίας είναι κατά κανόνα κακοπληρωμένες,ευέλικτες, χωρίς προοπτική. Δεν δημιουργούν εισφοροδοτική επάρκεια. Δεν στηρίζουν το ασφαλιστικό. Το αντίθετο, το υπονομεύουν.

 

Όταν οι εργαζόμενοι αμείβονται με μισθούς επιβίωσης, οι εισφορές τους είναι αντίστοιχες. Όταν η μερική απασχόληση, τα «μπλοκάκια» και η επισφάλεια κυριαρχούν, το σύστημα χάνει πόρους. Και όταν σε αυτό προστεθούν οι μειώσεις των ασφαλιστικώνεισφορών –ως δήθεν «αναπτυξιακό κίνητρο»– και η εκτεταμένη ανασφάλιστη εργασία, τότε η αποδόμηση γίνεται δομική. Το σύστημα στραγγαλίζεται από τις ίδιες τις πολιτικές που υποτίθεται ότι το «εξυγιαίνουν».

 

Και σε όλα αυτά, η χώρα βιώνει μια διαρκή αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού. Νέοι εργαζόμενοι, συχνά υψηλής κατάρτισης, μεταναστεύουν προς τις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά στην Ελλάδα εμφανίζεται μειδιαίτερη ένταση. Και το τίμημα είναι βαρύ: λιγότεροι εργαζόμενοι, λιγότερες εισφορές, χαμηλότερη παραγωγικότητα. Ένα ασφαλιστικό σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει όταν χάνει τους πιο παραγωγικούς του φορείς.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση του δημογραφικού λειτουργεί συχνά ως άλλοθι. Η πολιτική για το δημογραφικό είναι αποσπασματική κι επικοινωνιακή. Το πρωί εκφράζεται ανησυχία για τη μείωση των γεννήσεων, το μεσημέρι ψηφίζονται μέτρα εντατικοποίησηςτης εργασίας –όπως η διεύρυνση του χρόνου απασχόλησης– και το απόγευμα στοχοποιούνται εργαζόμενες γυναίκες επειδή κάνουν χρήση των δικαιωμάτων τους, όπως οι γονικές άδειες. Δεν μπορείς να επιδιώκεις αύξηση γεννήσεων σε μια κοινωνία όπου η εργασία δεν επιτρέπειαξιοπρεπή ζωή.

 

Η εύκολη «λύση» που επανέρχεται είναι η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Πρόκειται για μια επιλογή που μεταφέρει το βάρος της κρίσης του συστήματος στους ίδιους τους εργαζόμενους. Αγνοεί όμως μια κρίσιμη πραγματικότητα: η ελληνικήαγορά εργασίας δεν μπορεί να απορροφήσει ηλικιωμένους εργαζόμενους, ιδίως σε θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης. Στην πράξη, πολλοί εργαζόμενοι εξωθούνται εκτός εργασίας πολύ πριν φτάσουν τα όρια συνταξιοδότησης. Άρα, η αύξηση των ορίων δεν σημαίνει περισσότερη εργασία– σημαίνει περισσότερα χρόνια χωρίς εισόδημα ή με επισφαλείς όρους.

 

Το ασφαλιστικό δεν θα σωθεί με τιμωρητικά μέτρα. Δεν θα σωθεί με περικοπές, ούτε με αύξηση ορίων. Θα σωθεί μόνο αν αποκατασταθεί η αξία της εργασίας. Αυτό σημαίνει αυξήσεις μισθών, σταθερές σχέσεις εργασίας, ουσιαστική καταπολέμηση της αδήλωτηςεργασίας, επαναφορά της συλλογικής διαπραγμάτευσης και ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

 

Σε τελική ανάλυση, το ασφαλιστικό είναι ζήτημα αναδιανομής, κοινωνικής δικαιοσύνης και προτεραιοτήτων. Μια κοινωνία που συμπιέζει την εργασία, που θεωρεί τον εργαζόμενο κόστος και όχι πηγή αξίας, δεν μπορεί να διασφαλίσει αξιοπρεπείς συντάξεις.Αντίθετα, αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο φτώχειας και ανασφάλειας.

 

Η υπεράσπιση του ασφαλιστικού περνά μέσα από την υπεράσπιση της εργασίας. Και αυτό δεν είναι τεχνικό ζήτημα – είναι βαθιά πολιτικό.

 

Θεόδωρος Ξούλος
Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων

Related Post