Σε περιόδους κρίσης, το συνδικαλιστικό κίνημα δοκιμάζεται όχι μόνο από όσα του καταλογίζονται, αλλά κυρίως από τον τρόπο που επιλέγει να κοιταχτεί στον καθρέφτη.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, δεν είναι απλώς μια προσωπική υπόθεση, είναι μια στιγμή αλήθειας για όλους μας. Και αυτή η αλήθεια ναι μεν ξεκινά από τη αδιαπραγμάτευτη αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας, όμως οι θεσμοί υπάρχουν για να ερευνούν, η Δικαιοσύνη για να κρίνει και η κοινωνία για να αξιολογεί με νηφαλιότητα.
Την ίδια στιγμή όμως, η συγκυρία αυτή φέρνει στην επιφάνεια βαθύτερες παθογένειες του συνδικαλιστικού κινήματος. Και εδώ η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο ένα πρόσωπο. Αρκετοί από εκείνους που σήμερα, όψιμα κατά την άποψή μου, ζητούν την παραίτηση του Γιάννη Παναγόπουλου, μοιάζουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την επικοινωνία παρά για την ουσία. Αν πράγματι πίστευαν ότι η ηγεσία του Γιάννη Παναγόπουλου είναι πρόβλημα, θα είχαν το θάρρος να καταθέσουν και πρόταση μομφής. Δεν το κάνουν, διότι μέχρι πρότινος συνδιαλέγονταν μαζί του και έτσι επιδιώκουν να συνεχίσουν και στο μέλλον. Επιλέγουν δηλώσεις και τίτλους, αντί για πολιτικές πράξεις.
Επίσης, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ ζητά -και σωστά- να γίνει σεβαστό το τεκμήριο της αθωότητας. Πρόκειται για μια θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου που οφείλουμε όλοι να υπερασπιζόμαστε. Όμως η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Στο παρελθόν, ο ίδιος λειτούργησε πολλές φορές με τρόπο που πολλοί θα χαρακτήριζαν αυταρχικό και ενδεχομένως αδίστακτο, σπεύδοντας να καταδικάσει ακόμη και συντρόφους και στελέχη της παράταξής του. Κάθε αντίθετη φωνή αντιμετωπίστηκε ως απειλή και όχι ως αναγκαίο στοιχείο δημοκρατικού διαλόγου. Σήμερα, λοιπόν, η επίκληση του τεκμηρίου της αθωότητας αποκτά μια έντονη πολιτική αντίφαση. Ειδικά, αν λάβει κανείς σοβαρά τις απειλές και τους «όρκους εκδίκησης» και αντιποίνων που εκτοξεύονται από το κτίριο της οδού Πατησίων τις τελευταίες ημέρες. Για όσους από εμάς ζούμε τα πράγματα από κοντά, αυτή η στάση δεν μπορεί παρά να εκλαμβάνεται ως κορύφωση μιας βαθιάς υποκρισίας, που τραυμάτισε την εσωτερική δημοκρατία της παράταξης και υπονόμευσε την εμπιστοσύνη πολλών ανθρώπων στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Προσωπικά είμαι από εκείνους που μπήκαν στο συνδικαλιστικό κίνημα με πίστη και θέρμη. Με την πεποίθηση ότι μέσα από την πάλη μπορούν να αλλάξουν πράγματα για τον κόσμο της εργασίας. Η δε θητεία μου σε επιτελική θέση στη ΓΣΕΕ και ειδικά ως Γραμματέας Τύπου και Δημοσίων Σχέσεων, μου έδωσε τη δυνατότητα να δω από μέσα πτυχές της λειτουργίας του κινήματος που δεν φαίνονται προς τα έξω. Και αυτή η εμπειρία με οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: ανεξάρτητα από το αν οι καταγγελίες που ακούγονται έχουν βάση ή όχι, η μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη της ηγεσίας ήταν ότι δεν δρομολόγησε τη διαδοχή της. Ότι πίστεψε στην ισοβιότητά της.
Αν ο πρόεδρος ενδιαφερόταν πραγματικά για το μέλλον της παράταξης και του συνδικαλιστικού κινήματος συνολικά, θα είχε ανοίξει τον δρόμο στη νέα γενιά στελεχών εδώ και χρόνια. Δεν το έκανε. Και σήμερα, το συνδικαλιστικό κίνημα βγαίνει λαβωμένο, όχι μόνο από την αρνητική δημοσιότητα, αλλά και από τη συσσωρευμένη κόπωση ενός μοντέλου ηγεσίας που δεν ανανεώθηκε.
Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει ανάγκη από συμβολισμούς, από ανανέωση και από φρεσκάδα. Αυτά τα στοιχεία αποτυπώνονταν και στο πρόσωπο του Γιάννη Παναγόπουλου, πριν από 21 χρόνια. Σήμερα, ακόμη κι αν υπάρχουν καλές προθέσεις, η νέα γενιά δεν πείθεται. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η σημερινή ηγεσία πιστώνεται θετικές στιγμές και ότι κράτησε όρθιες δομές σε δύσκολες εποχές. Όμως η πολιτική αποτίμηση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Σε πολλά άλλα επίπεδα η αποτυχία υπήρξε ηχηρή.
Η στασιμότητα αποτυπώνεται ακόμα και στην πορεία της ίδιας της παράταξης. Το τελευταίο συνέδριο της ΠΑΣΚΕ πραγματοποιήθηκε το 2004 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, όταν εκατοντάδες σύνεδροι από όλη την Ελλάδα εξέλεξαν τότε μια ανανεωμένη ηγεσία.
Από εκείνη τη διαδικασία, ενάμιση χρόνο μετά, «κληρονόμησε» τα ηνία της ΓΣΕΕ και της ΠΑΣΚΕ ο Γιάννης Παναγόπουλος. Έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες δημόσιες υποσχέσεις του για ένα νέο συνέδριο της παράταξης, το ζήτημα κατέληξε να μοιάζει με ανέκδοτο. Και σήμερα, με αφορμή την αρνητική δημοσιότητα και την έκταση που έλαβε η υπόθεση, επανεμφανίστηκε ξαφνικά η «σφραγίδα» της ΠΑΣΚΕ, σαν να ανασύρθηκε από το χρονοντούλαπο.
Από την άλλη, η διάσπαση της παράταξης βεβαίως και δεν συνιστά λύση, καθώς επιτείνει την κρίση εκπροσώπησης. Όμως, ας κοιταχτεί στον καθρέφτη ο σύντροφος Γιάννης Παναγόπουλος.
Η μακρόχρονη πορεία του στο συνδικαλισμό είχε ουκ ολίγες «αναγκαίες» -όπως ο ίδιος τις χαρακτήριζε- διασπάσεις της παράταξης, με τελευταία διάσπαση αυτήν της ΟΤΟΕ. Η τελευταία, πιστώνεται στον ίδιο προσωπικά από τον τραπεζοϋπαλληλικό κλάδο.
Αυτό που απαιτείται τώρα είναι πολιτικό θάρρος και δημοκρατική επανεκκίνηση. Πριν από το εκλογικό συνέδριο της ΓΣΕΕ, επιβάλλεται να προηγηθεί συνέδριο της ΠΑΣΚΕ. Εκεί, αφού πρώτα ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ και επικεφαλής της ΠΑΣΚΕ δώσει τις απαιτούμενες εξηγήσεις για όλα τα ζητήματα, οφείλει να παραδώσει την ηγεσία της παράταξης και να ανοίξει τη διαδικασία της διαδοχής του. Πρόκειται για μια πρόταση που καταθέτω επίμονα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, χωρίς να διεκδικώ κάτι για το εαυτό μου, πρόταση που μέχρι σήμερα απορρίπτεται από την ηγεσία και τον ίδιο τον επικεφαλής της Γιάννη Παναγόπουλο.
Η δε δημόσια ομολογία του και η παραδοχή του μισθολογικού και εργασιακού χάσματος που χωρίζει τον ίδιο από τον μέσο εργαζόμενο, καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη της ανανέωσης. Χρειάζεται να συστηθούμε ξανά στους εργαζόμενους και κυρίως στη νέα γενιά, με ειλικρίνεια, αυτοκριτική και νέο συλλογικό όραμα.
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που επανέρχεται είναι η εμπλοκή των συνδικάτων με τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια στρατηγικά λανθασμένη επιλογή. Κι αυτό διότι σήμερα τα συνδικάτα έχουν εξασφαλισμένα θεσμικά εργαλεία και χρηματοδοτήσεις που μπορούν να στηρίξουν δράσεις και ισχυρή επιστημονική τεκμηρίωση. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αναγκαιότητα να εμπλέκονται σε δραστηριότητες που αλλοιώνουν το βασικό τους ρόλο. Το λέω αυτό έχοντας πλήρη επίγνωση και των δικών μου ευθυνών, καθώς στο παρελθόν, σε μικρότερη κλίμακα, υπέπεσα και εγώ σε ένα αντίστοιχο «αμάρτημα». Με στόχο να σωθούν 220 θέσεις εργασίας στον χώρο όπου εργαζόμουν (Καζίνο Ρίο), αποφασίσαμε να κεφαλαιοποιήσουμε απαιτήσεις της εργοδοσίας προς τους εργαζόμενους μέσω ενός σχήματος συλλογικού συμφέροντος στο πλαίσιο του πτωχευτικού κώδικα. Η προσπάθεια εκείνη μου στοίχισε ακριβά. Κατασυκοφαντήθηκα και η δικαίωση ήρθε χρόνια αργότερα μέσω αποφάσεων της δικαιοσύνης. Ήταν ένα μάθημα για το πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η ισορροπία ανάμεσα στην πρόθεση και την πολιτική ορθότητα.
Έχω πολλά ακόμη να εισφέρω στο δημόσιο διάλογο. Επιλέγω όμως την αναμονή, για λόγους που θα εξηγήσω σύντομα. Εκείνο όμως που κατά τη γνώμη μου αναδεικνύεται σήμερα είναι ότι ο Γιάννης Παναγόπουλος βρέθηκε αντιμέτωπος με το ίδιο το βάρος των υπερεξουσιών που ο ίδιος διεκδίκησε και τελικά του παραχωρήθηκαν. Η συσσώρευση ρόλων, όπως Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Πρόεδρος στο Ινστιτούτο Εργασίας, Πρόεδρος στο ΚΕΚ/ΓΣΕΕ, επικεφαλής στο ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και πολύ πρόσφατα και Πρόεδρος στη νέα Αστική Εταιρεία με την επωνυμία «Ειδικός Λογαριασμός Επαγγελματικής Κατάρτισης», δημιούργησε ένα μοντέλο υπερσυγκέντρωσης ευθύνης και εξουσίας. Μέσα από αυτούς τους φορείς, ο πρόεδρος και οι συνεργάτες του, καλούνται να διαχειριστούν ετήσιους προϋπολογισμούς που ξεπερνούν τα 150 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, μόλις ένα μικρό ποσοστό -περίπου 7% έως 8%- αφορά την καθαυτό συνδικαλιστική δράση και την επιστημονική τεκμηρίωση των συνδικάτων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος σχετίζεται με προγράμματα συμβουλευτικής – επαγγελματικής κατάρτισης εργαζομένων και ανέργων. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει εύλογο: γιατί αυτή η τόσο μεγάλη εμπλοκή και υπερέκθεση των συνδικάτων στην επαγγελματική κατάρτιση; Αύξησε άραγε όλα αυτά τα χρόνια τη συνδικαλιστική πυκνότητα ή την επιρροή των συνδικάτων στους εργαζόμενους; Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι αρνητική. Και τότε προκύπτει το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα: γιατί επιμένουμε σε μια διαχείριση που θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία του ίδιου του συνδικαλιστικού κινήματος; Γιατί πρέπει ντε και καλά εμείς οι συνδικαλιστές, να είμαστε οι «τροχονόμοι» κονδυλίων δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, που προορίζονται για ιδιωτικούς φορείς εκπαίδευσης και Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης;
Ίσως λοιπόν η πραγματική συζήτηση που χρειάζεται να γίνει δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά το μοντέλο λειτουργίας του συνδικαλιστικού κινήματος, τη σχέση του με την κοινωνία και τη δυνατότητά του να εμπνέει ξανά. Με σεβασμό στη Δικαιοσύνη και χωρίς πρόχειρες καταδίκες, αλλά και χωρίς σιωπή απέναντι στις χρόνιες αδυναμίες, οφείλουμε να μιλήσουμε για το αύριο. Γιατί το συνδικαλιστικό κίνημα δεν μπορεί να πορεύεται μόνο με το παρελθόν του, χρειάζεται τολμηρή ανανέωση, ουσία και πολιτικό θάρρος.
Δημήτρης Καραγεωργόπουλος
Μέλος Διοίκησης Γ.Σ.Ε.Ε.
Μέλος Π.Α.Σ.Κ.Ε.








