Από τα βαρύτερα θεσμικά μέτρα που μπορεί να λάβει ένα κράτος σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, σε αξιωματικό που κατηγορείται ή καταδικάζεται για κατασκοπεία, είναι η ποινή της αφαίρεσης ιθαγένειας.
Με αυτή την ποινή ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος και ο Σμήναρχος που συνελήφθη και ομολόγησε κατασκοπεία υπέρ της Κίνας.
Διαβάστε επίσης Οι «συνεργάτες» απόστρατοι, οι μυστικές συναντήσεις του κατάσκοπου Σμήναρχου και οι πληρωμές
Η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας δεν είναι μια απλή ποινική κύρωση όπως η φυλάκιση, αλλά μια πράξη που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης πολίτη και Πολιτείας, με σοβαρές συνέπειες τόσο σε επίπεδο δικαιωμάτων όσο και σε επίπεδο συμβολισμού.
📍 ⏳ Άλλες ειδήσεις για: ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ
Η αφαίρεση ιθαγένειας σημαίνει ότι το πρόσωπο παύει να θεωρείται Έλληνας πολίτης. Αυτό συνεπάγεται απώλεια της ιδιότητας του πολίτη και κατά συνέπεια απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα ψήφου ή συμμετοχής σε δημόσια αξιώματα, απώλεια ελληνικού διαβατηρίου και ενδεχομένως αλλαγή του νομικού καθεστώτος παραμονής του στη χώρα, ειδικά εάν δεν διαθέτει άλλη υπηκοότητα.
Διαβάστε επίσης Τι έγραφε για πράκτορες που κατασκοπεύουν ο 54χρονος Σμήναρχος
Σε περιπτώσεις που συνδέονται με κατασκοπεία ή ενέργειες κατά της εθνικής ασφάλειας, η κύρωση αυτή αντιμετωπίζεται ως η ύστατη θεσμική αποδοκιμασία της Πολιτείας απέναντι σε πράξεις που θεωρούνται εχθρικές ή προδοτικές.
Η αφαίρεση ιθαγένειας δεν επιβάλλεται αυτόματα. Πρόκειται για εξαιρετικά σπάνιο και ακραίο μέτρο, το οποίο συνδέεται συνήθως με πολύ σοβαρά αδικήματα ή με περιπτώσεις όπου η ιθαγένεια αποκτήθηκε με δόλο. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται τελεσίδικη ή αμετάκλητη δικαστική κρίση και ακολουθεί διοικητική διαδικασία μέσω του κράτους, με δυνατότητα δικαστικού ελέγχου, καθώς πρόκειται για μέτρο που επηρεάζει θεμελιώδη δικαιώματα και δεν εφαρμόζεται ελαφρά τη καρδία.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται συχνά είναι αν η αφαίρεση ιθαγένειας συνεπάγεται και απαλλαγή από υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα «όχι». Η αφαίρεση της ιδιότητας του πολίτη δεν λειτουργεί ως «διαγραφή» ευθυνών ή χρεών. Ο τιμωρούμενος δεν παύει να έχει υποχρεώσεις που προκύπτουν από προηγούμενες πράξεις, οικονομικές σχέσεις ή δικαστικές αποφάσεις.
Οι φορολογικές υποχρεώσεις δεν βασίζονται αποκλειστικά στην ιθαγένεια, αλλά στη φορολογική κατοικία, στο εισόδημα που αποκτήθηκε στην Ελλάδα και στην περιουσία που βρίσκεται εντός της ελληνικής επικράτειας. Εάν κάποιος έχει οφειλές προς την εφορία ή το Δημόσιο, αυτές παραμένουν ενεργές και εισπράττονται κανονικά, ανεξαρτήτως του αν εξακολουθεί να είναι Έλληνας πολίτης.
Το κράτος δεν λέει «δεν είσαι πλέον πολίτης, άρα δεν μας χρωστάς», αλλά αντίθετα διατηρεί πλήρως τις οικονομικές του αξιώσεις.










