Σε μια περίοδο όπου η καθημερινότητα των πολιτών γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική, τα στοιχεία για τις τιμές των καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η Ελλάδα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις κόστους: 4η στη βενζίνη, 9η στο πετρέλαιο κίνησης και στην 1η θέση στο υγραέριο.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία (globalpetrolprices.com, 30.03.2026), η Ελλάδα με τιμή βενζίνης 2,046 €/λίτρο κατατάσσεται πίσω μόνο από χώρες όπως η Ολλανδία (2,368 €/λ.), η Δανία (2,305 €/λ.) και η Γερμανία (2,096 €/λ.). Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ισπανία (1,546 €/λ.) και η Βουλγαρία (1,414 €/λ.) καταγράφουν σημαντικά χαμηλότερες τιμές.
Αντίστοιχα, στο πετρέλαιο κίνησης, η Ελλάδα με 2,157 €/λίτρο βρίσκεται περίπου στην 9η θέση στην Ε.Ε., παραμένοντας ακριβότερη από χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Κύπρος, όπου οι τιμές κινούνται αισθητά χαμηλότερα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του υγραερίου (LPG), όπου η Ελλάδα με 1,376 €/λίτρο καταγράφει την υψηλότερη τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με διαφορά που φτάνει έως και 25%-40% πάνω από τον μέσο όρο, ενώ σε σχέση με χώρες όπως η Ιταλία και η Σλοβακία η τιμή είναι σχεδόν διπλάσια.
Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι απλώς δείκτες μιας αγοράς. Είναι η αποτύπωση μιας καθημερινής πίεσης που διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία. Από τον εργαζόμενο που μετακινείται καθημερινά μέχρι την οικογένεια που προσπαθεί να ισορροπήσει έναν ήδη επιβαρυμένο προϋπολογισμό, το κόστος των καυσίμων μετατρέπεται σε έναν διαρκή παράγοντα ανασφάλειας.
Τιμές Βόρειας Ευρώπης, εισοδήματα Ελλάδας
📍 ⏳ Ειδήσεις για : ΘΕΜΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
Η Ελλάδα κατατάσσεται δίπλα σε οικονομίες όπως η Ολλανδία, η Δανία και η Γερμανία. Όμως, η σύγκριση σταματά εκεί.
Σε αυτές τις χώρες, το υψηλό κόστος καυσίμων συνοδεύεται από υψηλούς μισθούς, ισχυρή αγοραστική δύναμη και ανθεκτικές κοινωνικές δομές. Στην Ελλάδα, το ίδιο κόστος επιβαρύνει πολίτες που καλούνται να τα βγάλουν πέρα με σαφώς χαμηλότερα εισοδήματα.
Η απόκλιση αυτή δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι βαθιά κοινωνική. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η καθημερινότητα γίνεται δυσανάλογα πιο δύσκολη και εντείνει τις ανισότητες. Δεν πρόκειται για σύγκλιση με την Ευρώπη. Πρόκειται για μια στρεβλή εξίσωση, όπου οι τιμές «ανεβαίνουν», αλλά οι δυνατότητες της κοινωνίας δεν ακολουθούν.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά: η Ελλάδα παραμένει προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ και αγοραστική δύναμη.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αμείλικτο: ανάπτυξη για ποιον;
Όταν τα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, όταν το κόστος ζωής αυξάνεται συνεχώς και όταν η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική, τότε η επίκληση της «ανάπτυξης» δεν μπορεί να αποτελεί επιχείρημα επιτυχίας. Αντιθέτως, μοιάζει περισσότερο με μια αφήγηση που απομακρύνεται από την πραγματική ζωή των πολιτών.
Η οικονομία μπορεί να εμφανίζει δείκτες, αλλά η κοινωνία βιώνει την πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα δεν επιβεβαιώνει το αφήγημα της ευημερίας.
Fuel Pass: επίδομα εντυπώσεων, όχι λύση
Απέναντι σε αυτή την πίεση, η κυβερνητική πολιτική περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Το λεγόμενο fuel pass αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Με επιδότηση 25 ευρώ τον μήνα για δύο μήνες – και μόλις 20 ευρώ όταν το ποσό καταβάλλεται απευθείας στον λογαριασμό – το μέτρο παρουσιάζεται ως ανακούφιση. Στην πράξη, όμως, η συμβολή του είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Επιπλέον, τα εισοδηματικά κριτήρια αποκλείουν σημαντικό μέρος της κοινωνίας που επίσης πιέζεται.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 25% των φόρων που εισπράττει το κράτος από ένα μόνο γέμισμα ρεζερβουάρ.
Δηλαδή, ο πολίτης επιβαρύνεται διαρκώς και του επιστρέφεται ένα μικρό μέρος, προσωρινά και υπό προϋποθέσεις. Αυτό δεν συνιστά πολιτική ουσίας. Συνιστά μια επικοινωνιακή διαχείριση της πραγματικότητας.
Πλεονάσματα με άδειες τσέπες
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση μπορεί να επιλέγει να μιλά για πλεονάσματα, δημοσιονομικούς στόχους και ρυθμούς ανάπτυξης. Ωστόσο, αποφεύγει να αναδείξει μια κρίσιμη παράμετρο: ότι τα αποτελέσματα αυτά στηρίζονται σε μια κοινωνία που έχει ήδη υπερφορολογηθεί. Μέσα από άμεσους και έμμεσους φόρους, σε συνδυασμό με στρεβλώσεις στην αγορά βασικών αγαθών και έναν επίμονα υψηλό πληθωρισμό, το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται.
Είναι ενδεικτικό ότι σε μια δαπάνη καυσίμου της τάξεως των 79€, τα 42,45€ κατευθύνονται στο κράτος μέσω φόρων, ενώ η καθαρή αξία του καυσίμου ανέρχεται μόλις σε 36,60€. Πριν, λοιπόν, γίνει λόγος για ανάπτυξη, αξίζει να τεθεί το ερώτημα: μπορεί να υπάρξει πραγματική οικονομική πρόοδος χωρίς ουσιαστική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης;
Η περίπτωση του υγραερίου είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική. Χιλιάδες πολίτες στράφηκαν σε αυτό ως μια πιο οικονομική επιλογή. Σήμερα, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη θέση τιμών στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της ευρωπαϊκής αγοράς καυσίμων, όπου η χώρα καταγράφει τη μεγαλύτερη τιμή στο συγκεκριμένο καύσιμο, αφήνοντας σημαντικά πίσω ακόμη και αγορές με υψηλότερο κόστος ζωής.
Η επιλογή που έγινε για να μειωθεί το κόστος ζωής μετατρέπεται σε νέα επιβάρυνση. Αυτό δεν είναι απλώς ένα οικονομικό παράδοξο. Είναι ένδειξη απουσίας στρατηγικής και έλλειψης πρόβλεψης.
Όταν ακόμη και οι «φθηνότερες λύσεις» παύουν να είναι προσιτές, τότε το πρόβλημα παύει να είναι επιμέρους και γίνεται συνολικό.
Για πολλούς πολίτες, η μετακίνηση δεν αποτελεί επιλογή αλλά ανάγκη. Η εργασία, η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η κοινωνική ζωή – όλα συνδέονται άμεσα με το κόστος των καυσίμων.
Κάθε αύξηση τιμών περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα. Κάθε επιβάρυνση μετακυλίεται στο σύνολο της οικονομίας, επηρεάζοντας τιμές προϊόντων και υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που πιέζεται όχι θεαματικά, αλλά διαρκώς.
Η πίεση αυτή δεν είναι πάντα ορατή στους δείκτες. Είναι, όμως, απόλυτα αισθητή στην καθημερινή ζωή.
Η ακρίβεια στα καύσιμα δεν είναι ένα ουδέτερο φαινόμενο. Επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από πολιτικές επιλογές, κυρίως στο επίπεδο της φορολογίας.
Η διατήρηση υψηλών επιβαρύνσεων, χωρίς ουσιαστικά και μόνιμα μέτρα ανακούφισης, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως μονόδρομος. Είναι επιλογή. Και ως επιλογή έχει κοινωνικές συνέπειες.
Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις, αλλά από τα αποτελέσματά της στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η κοινωνία δεν ζητά προσωρινά επιδόματα. Ζητά σταθερότητα, δικαιοσύνη και προοπτική.
Δεν μπορεί μια χώρα με χαμηλότερα εισοδήματα να διατηρεί κόστος ζωής αντίστοιχο με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης. Δεν μπορεί η καθημερινότητα να γίνεται όλο και πιο δύσκολη χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Η οικονομική πολιτική οφείλει να υπηρετεί τον άνθρωπο. Όχι να περιορίζεται σε αριθμούς.
Η πραγματικότητα δεν επικοινωνείται, βιώνεται
Η πραγματικότητα δεν διαμορφώνεται από δηλώσεις και επιδόματα. Διαμορφώνεται από την εμπειρία της καθημερινότητας.
Και σήμερα, η εμπειρία αυτή είναι σαφής: η ακρίβεια δεν αποτελεί απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι ένα βαθιά κοινωνικό πρόβλημα που απαιτεί πολιτικές με διάρκεια, ουσία και πραγματικό αντίκτυπο.
Γιατί τελικά, η κοινωνία δεν ζητά περισσότερες εξηγήσεις.
Ζητά λύσεις.
Θέμης Μπάκας
πολιτευτής Αχαϊας.

