Η ελευθερία της σκέψης και της πίστης αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα κάθε πολίτη σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Κανείς δεν υποχρεούται να πιστεύει, όπως και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει τις θρησκευτικές του αντιλήψεις στους άλλους.
Ωστόσο, η δημόσια απαξίωση της Ορθόδοξης πίστης από έναν αιρετό εκπρόσωπο της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως ο Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πατρέων κ. Χρήστος Γιαννόπουλος, εγείρει σοβαρά ζητήματα πολιτικού ήθους, θεσμικής ευθύνης και σεβασμού προς την κοινωνία που εκπροσωπεί.
Η Ορθοδοξία δεν αποτελεί απλώς ένα θρησκευτικό δόγμα, αλλά έναν θεμελιώδη πυλώνα της ιστορικής, πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητας του ελληνικού λαού.
Από τη διατήρηση της γλώσσας και της παιδείας κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας έως τη συμβολή της στους εθνικούς αγώνες και τη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην πορεία του Ελληνισμού.
Η Πάτρα, μάλιστα, ως πόλη με βαθιά θρησκευτική παράδοση και τόπος μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, φέρει ιδιαίτερο πνευματικό και ιστορικό βάρος, το οποίο οφείλουν να σέβονται όσοι την υπηρετούν θεσμικά.
Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κ. Γιαννόπουλου να δηλώνει ότι δεν πιστεύει στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό.
Η προσωπική του στάση αποτελεί ζήτημα συνείδησης και δεν υπόκειται σε κρίση.
Όμως, άλλο η έκφραση προσωπικών πεποιθήσεων και άλλο η απαξίωση των θρησκευτικών συμβόλων και της πίστης εκατομμυρίων πολιτών.
Όταν ένας δημόσιος λειτουργός επιλέγει να επιτίθεται ή να ειρωνεύεται την παράδοση και τα πιστεύω της πλειοψηφίας, παύει να λειτουργεί ενωτικά και υπονομεύει τον θεσμικό του ρόλο.
Ιδιαίτερα προβληματική καθίσταται η επίκληση ιστορικών προσωπικοτήτων, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, με τρόπο αποσπασματικό και ιδεολογικά φορτισμένο.
Ο Κοραής, ως κορυφαίος εκπρόσωπος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, άσκησε κριτική σε φαινόμενα που θεωρούσε δεισιδαιμονικά, χωρίς όμως να αρνηθεί την αξία της χριστιανικής πίστης.
Η εργαλειοποίηση των απόψεών του για την εξυπηρέτηση σύγχρονων πολιτικών ή ιδεολογικών σκοπιμοτήτων συνιστά παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας και υποβαθμίζει τον δημόσιο διάλογο.
Η ιστορία δεν προσφέρεται για προπαγάνδα, αλλά για γνώση και προβληματισμό.
Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι η δημοκρατία δεν προϋποθέτει την αποδόμηση της πίστης, αλλά τον αμοιβαίο σεβασμό.
Ο σεβασμός προς τη θρησκευτική συνείδηση των πολιτών δεν αποτελεί ένδειξη συντηρητισμού ή οπισθοδρόμησης, αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση κάθε εκλεγμένου εκπροσώπου.
Σε μια κοινωνία πλουραλιστική, η συνύπαρξη διαφορετικών κοσμοθεωριών είναι εφικτή μόνο όταν διασφαλίζεται ο διάλογος χωρίς ειρωνεία, απαξίωση και διχαστικές τοποθετήσεις.
Ο θεσμικός ρόλος ενός Δημοτικού Συμβούλου δεν είναι να προκαλεί ή να διχάζει, αλλά να υπηρετεί το κοινό συμφέρον, να ενώνει την κοινωνία και να σέβεται τις αξίες και τις παραδόσεις της.
Η Πάτρα δεν ανήκει σε καμία ιδεολογία και σε κανένα κόμμα, ανήκει στους πολίτες της, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να βλέπουν τους εκπροσώπους τους να λειτουργούν με υπευθυνότητα, σοβαρότητα και σεβασμό.
Η απαξίωση της πίστης τους δεν συνιστά προοδευτική στάση, αλλά ένδειξη έλλειψης θεσμικής ευαισθησίας.
Η πρόοδος δεν οικοδομείται πάνω στην άρνηση της ιστορίας και της παράδοσης, αλλά στη σύνθεση και τον αλληλοσεβασμό.
Ο πραγματικός εκσυγχρονισμός δεν στρέφεται κατά της πνευματικής κληρονομιάς ενός λαού, αλλά την ενσωματώνει δημιουργικά στο παρόν.
Η πίστη, είτε γίνεται αποδεκτή είτε όχι, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας και της συλλογικής μνήμης της ελληνικής κοινωνίας.
Καλείται, λοιπόν, ο κ. Χρήστος Γιαννόπουλος να επανεξετάσει τη στάση του και να επιδείξει τον σεβασμό που επιβάλλει ο θεσμικός του ρόλος.
Η προσωπική ιδεολογική του τοποθέτηση είναι απολύτως σεβαστή.
Η δημόσια, όμως, απαξίωση της Ορθοδοξίας δεν συνάδει με το πνεύμα της δημοκρατίας ούτε με την ευθύνη που απορρέει από την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Σε μια εποχή που η κοινωνία έχει ανάγκη από ενότητα και σύνεση, οι αιρετοί οφείλουν να λειτουργούν ως γέφυρες και όχι ως παράγοντες διχασμού.
Ο σεβασμός προς την πίστη των πολιτών δεν είναι παραχώρηση, αλλά καθήκον.
Και η υπευθυνότητα στον δημόσιο λόγο δεν είναι επιλογή, αλλά προϋπόθεση δημοκρατίας και πολιτικού πολιτισμού.
Θεόδωρος Κανελλοπουλος
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΥΠΟΥ – ΝΕΑ ΠΑΤΡΑ

