Στον δημόσιο διάλογο ακούγεται συχνά ρητά ή υπαινικτικά ότι η πολιτική ενεργοποίηση ανθρώπων που προέρχονται από τραγικά γεγονότα αποτελεί «φαινόμενο» προς επιφύλαξη.
Ότι η μετατροπή του προσωπικού πόνου σε δημόσια διεκδίκηση γεννά καχυποψία.
Αυτή η θέση δεν είναι απλώς μια διαφορετική άποψη.
Αγγίζει τον πυρήνα του πολιτεύματος.
📍 ⏳ Το Χρονικό της Είδησης: Δημοκρατία
Σε μια δημοκρατία, η πολιτική δεν είναι κλειστό σύστημα ούτε επαγγελματική συντεχνία.
Δεν ανήκει σε όσους προηγήθηκαν ούτε σε όσους έμαθαν να τη διαχειρίζονται τεχνικά. Ανήκει στην κοινωνία.
Και η κοινωνία έχει δικαίωμα και υποχρέωση να εισέρχεται σε αυτήν, ιδιαίτερα όταν βιώνει αδικία, τραύμα ή θεσμική αποτυχία.
Η ιστορία των δημοκρατικών κοινωνιών δείχνει ότι οι μεγάλες θεσμικές τομές δεν γεννήθηκαν από την αυτάρκεια των μηχανισμών, αλλά από τη σύγκρουση της κοινωνικής εμπειρίας με την αδράνεια της εξουσίας.
Όταν ο πολίτης μετατρέπει την οδύνη του σε πολιτική στάση, δεν αποσταθεροποιεί το σύστημα.
Το υποχρεώνει να επανεξετάσει τον εαυτό του.
Αντίθετα, σε ολοκληρωτικές λογικές ακόμη κι όταν δεν εμφανίζονται ως τέτοιες η συμμετοχή εκτός μηχανισμού αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Η εξουσία αυτοαναπαράγεται, οι ρόλοι ανακυκλώνονται και η πολιτική παρουσιάζεται ως χώρος όπου εισέρχονται μόνο όσοι έχουν ήδη εγκριθεί από το σύστημα.
Εκεί η νέα φωνή δεν κρίνεται θεσμικά απονομιμοποιείται προκαταβολικά.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποιος «δικαιούται» να μπει στην πολιτική.
Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό μας σύστημα λειτουργεί με όρους δημοκρατικής αυτοπεποίθησης ή με όρους διαχειριστικού φόβου.
Στη σημερινή κοινωνία παρατηρούμε έντονα σημάδια κόπωσης.
Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς φθίνει σε βαθμό όπου το συγκεκριμένο κείμενο μοιάζει ρομαντικό, ευχή «να είχαμε να λέγαμε».
Αλίμονο, όμως, αν περνάμε την συγκατάθεση του συστήματος ή των κομμάτων, που έχουν κλείσει τον βιολογικό τους κύκλο, για να εισέλθουμε και να παράγουμε πολιτική σκέψη· θα ήταν το λιγότερο οδυνηρό.
Και εδώ οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν την καθόλα ευθύνη.
Σήμερα αυτό που γίνεται οι ίδιοι άνθρωποι μετακινούνται από θέση σε θέση.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται συχνά σε στενούς κύκλους που δεν αντανακλούν το βάθος της κοινωνικής εμπειρίας.
Η ανανέωση υποκαθίσταται από ανακύκλωση.
Αυτό δεν είναι πρόβλημα συμμετοχής.
Είναι πρόβλημα αντιπροσώπευσης.
Η δημοκρατία δεν φοβάται την είσοδο νέων ανθρώπων στον δημόσιο βίο.
Εκείνοι όπου Φοβούνται και δικαίως, είναι αυτοί που θα χάσουν την διαχείριση.
Και αυτό το γέννησε η ίδια η πολιτικής τους αποσύνδεση από την κοινωνία.
Όταν η κοινωνία αισθάνεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από ανθρώπους που δεν βιώνουν τα προβλήματα και δεν φέρουν τις συνέπειες όταν αυτές αποδεικνύονται άστοχες
εσκεμμένα ή μη τότε η κρίση δεν είναι επικοινωνιακή.
Είναι θεσμική και απαιτεί θεσμική πίεση.
Γι’ αυτό οφείλουμε να επανατοποθετήσουμε το ζήτημα στην ουσία του.
Οι άνθρωποι που πρέπει να βρίσκονται πίσω από τις αποφάσεις είναι εκείνοι που διαθέτουν κοινωνική νομιμοποίηση, πραγματική εμπειρία ευθύνης και διάθεση λογοδοσίας.
Όχι εκείνοι που ανακυκλώνονται επειδή γνωρίζουν το σύστημα, αλλά εκείνοι που κατανοούν την κοινωνία.
Η ανανέωση δεν είναι ρήξη με τη δημοκρατία. Είναι προϋπόθεση της επιβίωσής της.
Η συμμετοχή δεν είναι απειλή.
Είναι εγγύηση.
Και η εξουσία δεν χάνει όταν ανοίγει.
Χάνει όταν κλείνεται.
Το κρίσιμο, τελικά, δεν είναι ποιος τολμά να μιλήσει.
Το κρίσιμο είναι αν το σύστημα έχει το θάρρος να ακούσει και να αλλάξει, αλλά εδώ αναδεικνύεται το ουσιώδες ποιοι άνθρωποι βρίσκονται πραγματικά πίσω από κάθε ιδέα, ποιοι τη διαμορφώνουν, ποιοι τη στηρίζουν και ποιοι αναλαμβάνουν την ευθύνη της εφαρμογής της.
Διότι καμία ιδέα δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός οι ιδέες ανήκουν στην κοινωνία και αποκτούν αξία μόνο όταν υπηρετούν το συλλογικό συμφέρον και όχι τη διατήρηση προσώπων ή μηχανισμών.
Γιώργος Οικονομόπουλος









