Σοκαρισμένη παρακολουθεί η ελληνική κοινωνία την τραγωδία της Ηλιούπολης. Δύο νέα κορίτσια, μόλις 17 ετών, έφτασαν στο σημείο να αντικρίσουν το κενό ως διέξοδο από μια ζωή που δεν άντεχαν άλλο να σηκώνουν.
Και όσο κι αν οι στατιστικές, οι τηλεοπτικές αναλύσεις, οι ειδικοί και οι πρόχειρες ερμηνείες προσπαθούν να εξηγήσουν το αδιανόητο, η ουσία παραμένει αμείλικτη:
Κάτι βαθιά άρρωστο παράγει η κοινωνία μας.
Δεν πρόκειται μόνο για μια προσωπική τραγωδία δύο οικογενειών.
Πρόκειται για κοινωνική αποτυχία.
Για μια κοινωνία που έχασε τον προσανατολισμό της.
Για έναν πολιτισμό που γέμισε τα σπίτια με αντικείμενα αλλά άφησε άδειες τις ψυχές.
Για έναν κόσμο που έμαθε στα παιδιά να διεκδικούν τα πάντα εκτός από την εσωτερική τους ειρήνη.
Τα παιδιά μας μεγαλώνουν μέσα σε έναν διαρκή ψυχικό πόλεμο.
Άγχος. Πίεση. Μοναξιά. Ανασφάλεια. Διαρκής σύγκριση. Ψηφιακή έκθεση. Αγωνία αποδοχής.
Μεγαλώνουν σε έναν κόσμο που τους φωνάζει καθημερινά πως αν δεν είναι «αρκετά», τότε δεν αξίζουν.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα likes, στις οθόνες, στις εξετάσεις, στον φόβο της αποτυχίας και στην κοινωνική υποκρισία, πολλά παιδιά καταρρέουν σιωπηλά.
Τα παιδιά κραυγάζουν. Αλλά εμείς δεν τα ακούμε.
Γιατί έχουμε βυθιστεί στον θόρυβο μιας κοινωνίας χωρίς ανάσες. Μιας κοινωνίας που μετρά την αξία του ανθρώπου μόνο με χρήμα, εικόνα και κατανάλωση.
Όμως ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με υλικά αγαθά.
«ΟΥΚ ΕΠ’ ΑΡΤΩ ΜΟΝΟΝ ΖΗΣΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ…»
Αυτή η φράση αποκτά σήμερα δραματική επικαιρότητα.
Γι’ αυτό σήμερα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται επιστροφή στις ρίζες μας.
Να ξαναβρούμε τους χυμούς της ζωής.
Την ουσία της ανθρώπινης σχέσης.
Την οικογένεια που ακούει.
Το σχολείο που εμπνέει.
Την κοινωνία που νοιάζεται.
Την πίστη που παρηγορεί και φωτίζει.
Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να γνωρίσουμε ξανά στα νιάτα της Ελλάδας τον Χριστό, όχι ως τυπική θρησκευτική υποχρέωση αλλά ως ζωντανή πηγή αγάπης, ελπίδας και νοήματος. Να τα φέρουμε κοντά στις ανεκτίμητες λαϊκές και πνευματικές μας παραδόσεις, ώστε να γεμίσουν οι καρδιές τους με υψηλά ιδανικά, να αποκτήσουν ηρωικό φρόνημα και να έχουν μπροστά τους φωτεινά παραδείγματα ανθρώπων θυσίας, αρετής και προσφοράς — όχι τα εφήμερα «κύμβαλα αλαλάζοντα» της εποχής της εικόνας και της ψηφιακής ματαιοδοξίας.
Δεν μπορούμε να συνηθίσουμε έναν κόσμο που κάνει παιδιά να νιώθουν ότι δεν αντέχουν να ζήσουν μέσα σε αυτόν.
Οφείλουμε να αλλάξουμε πορεία.
Να ξαναβάλουμε τον άνθρωπο πάνω από την αγορά.
Την ψυχή πάνω από την εικόνα.
Την αλήθεια πάνω από τη βιτρίνα.
Την αγάπη πάνω από την αδιαφορία.
Γιατί αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα χάσουμε μόνο τα παιδιά μας.
Θα χάσουμε την ίδια την ψυχή της Ελλάδας.
*Του Νίκου Ι. Νικολόπουλου Προέδρου Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος


